Κυριακή 25 Φεβρουαρίου 2024

Ραδιοκασετόφωνο, Ιάκωβος Ανυφαντάκης

Το Ραδιοκασετόφωνο αποτελεί μια καλοστεκούμενη νουβέλα στην οποία, εκτός των άλλων, καταδεικνύεται και η μεγάλη συγγραφική εξέλιξη του Ανυφαντάκη σε σχέση με το πρωτόλειό του, Αλεπούδες στην πλαγιά (αναφέρομαι σε αυτό, καθώς είναι το μοναδικό άλλο βιβλίο του συγγραφέα που διάβασα) Οι Αλεπούδες είχαν ορισμένα υφολογικά και τεχνικά προβλήματα (μπορείτε να ανατρέξετε στην αναλυτική μου κριτική στο goodreads) που στο Ραδιοκασετόφωνο δεν συναντάμε. Διατηρώ κι εδώ κάποιες μικρές ενστάσεις τις οποίες θα αναπτύξω παρακάτω, χωρίς, όμως, αυτά τα μικρά ελαττώματα που διέκρινα, να μειώνουν την αρτιότητα του βιβλίου. 

  Η αφήγηση στο Ραδιοκασετόφωνο εκτυλίσσεται χωρίς υπερβολές αλλά και χωρίς λογοτεχνικές εκπτώσεις. Παρότι, δηλαδή, η γλώσσα που χρησιμοποιείται είναι απλή, υπάρχει στρωτός εσωτερικός ρυθμός που δένει στο κείμενο και το κάνει να κυλάει αρμονικά. O Aνυφαντάκης χειρίζεται με άνεση και ευστοχία όλες τις υφέρπουσες θεματικές που διανθίζουν τη νουβέλα και για τις οποίες θα κάνω λόγο στη συνέχεια. 

 Αλλά ας ξεκινήσω από τις ενστάσεις. Η πρώτη ένστασή μου έχει να κάνει με την παρουσίαση των σόσιαλ μίντια από μία αποκλειστικά ανδρική οπτική. Ενώ ο Ανυφαντάκης καταλλήλως τοποθετεί τη γνωριμία του Ηλία με τη Νικόλ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (γνωρίζονται μέσω instagram), η αποτύπωση της γυναικείας σόσιαλ μίντια παρουσίας έχουσας ως απότοκο την διέγερση του ανδρικού πόθου, η σκιαγράφηση της Νικόλ αποκλειστικά ως "πέτρας σκανδάλου" ("του είχε διαλύσει τη ζωή, από την πρώτη φωτογραφία της που είχε δει στο instagram"), το κλισέ της όμορφης instagrammer που από κοντά δεν ικανοποιεί πλήρως το ανδρικό βλέμμα (σελ 29) και γενικά η νεαρή γυναίκα ως ενσάρκωση ή διάψευση των ανδρικών προσδοκιών, είναι μια μονομερής αφήγηση που δεν αποτυπώνει την πραγματικότητα ως έχει. Παρότι τα "ελαττώματα" που διακρίνει ο Ηλίας στην πραγματική Νικόλ, σε σχέση με την ψηφιακή, την κάνουν πιο ποθητή στα μάτια του , αφού την καθιστούν πιο οικεία, αυτό που τον ελκύει κατά βάθος είναι η ευαλωτότητα της πραγματικής Νικόλ σε σχέση με την εικόνα της στα ΜΚΔ, δηλαδή η Νικόλ ως τρωτή φιγούρα θηλυκότητας που επιβεβαιώνει τον ανδρικό σοβινισμό. Εξίσου σημαντικός στο ειδύλλιο τους ειναι, κατά την γνώμη μου, και ο πόθος που δημιουργεί στους άλλους άνδρες με τη σχετική απήχηση που έχει στο instagram, η οποία κολακεύει το εγώ του Ηλία και τον κάνει να αντιμετωπιζει τη Νικόλ ως ένα προς κατάκτηση -ή καλύτερα προς αγορά-τρόπαιο. 

  Σε συνέντευξή του ο συγγραφέας αναφέρει πως ήθελε να αφηγηθεί κυρίως μια ερωτική ιστορία. Αυτό δεν επιτυγχάνεται διόλου. Ο Ηλίας είναι ένας αντιήρωας και το ειδύλλιό του με τη Νικόλ διαρθρώνεται κωμικοτραγικά. Αν η πρόθεσή του συγγραφέα ήταν άλλη, αυτό δεν γίνεται φανερό στο κείμενο, αφού διάχυτη είναι κυρίως η ειρωνεία, κάτι που φυσικά δένει αρμονικότερα με το ύφος του βιβλίου. Ο τρόπος που ο Ηλίας αντιμετωπίζει τη Νικόλ, ως ακόμα ένα προϊόν που όφειλε να του χαρίσει την ευτυχία, ταιριάζει έξοχα στη χαρακτηροδομή του. 

  Ο συγγραφέας έχει δηλώσει πως δεν επικεντρώνει τόσο στο φύλο, ωστοσο, παρότι ίσως να μην ήταν αυτή η πρόθεσή του, νομίζω πως είναι  έκδηλη η ανδροκεντρική οπτική, όπως αναφέρω και παραπάνω. Για μένα αυτό το χαρακτηριστικό λαμβάνει αρνητικο πρόσημο αφού περιορίζει τη νοηματική ανοιχτότητα του κειμένου.
 Πιο συγκεκριμένα,  τόσο στις Αλεπούδες, όσο και στη συγκεκριμένη νουβέλα, δεν συναντάμε αληθοφανείς και αδρούς γυναικείους χαρακτήρες. Δεν νομίζω πως αυτό γίνεται σκόπιμα από τον συγγραφέα, ωστόσο είναι ένας τομέας στον οποίο θα πρέπει να πειραματιστεί συγγραφικά. Πώς θα ήταν για παράδειγμα η συγκεκριμένη ιστορία ειδομένη από τα μάτια της Νικόλ; Θα ήθελα να δω τον Ανυφαντάκη να επιλέγει μια γυναίκα πρωταγωνίστρια. Όχι γιατί πρακτικά θα υπάρξουν διαφορές στον τρόπο αφήγησης ή διάπλασης του χαρακτήρα, αλλα γιατί κοινωνικά, όταν επιλέγει να μιλάει για τις ανθρώπινες σχέσεις παρουσιάζοντας μόνο την οπτική του κεντρικού πρωταγωνιστή, που τυγχάνει cis άνδρας, παρουσιάζει αυτομάτως μια λειψή οπτική. 

 Πέραν αυτών των κωλυμάτων, το βιβλιο διέπεται από  ιστορικό υπόβαθρο, εύσχημα εντοιχισμένο σε ένα παρελθοντικό αφηγηματικό φόντο. Οι πολιτικές εμπειρίες του Δημήτρη συνεισφέρουν στην αντίθεση μεταξύ των ισορροπιών του παρόντος και του παρελθόντος. Ο πατέρας του Ηλία θυσίασε την προσωπική του ευχαρίστηση για το συλλογικό καλό αλλά και για την οικογένειά του, κάτι που ο Ηλίας δεν ένιωσε αναγκασμένος να πράξει. Άλλωστε ο Ηλίας βρίσκεται στο μεταίχμιο μεταξύ των δύο χρονοκόσμων που παρουσιάζονται, χωρίς να μπορεί να αποδώσει με τις πράξεις του ένα ιδεολογικό φορτίο που θα τον κάνει να νιώσει ενήλικος, κύριος του εαυτού του και συνειδητοποιημένος. Είναι λοιπόν ένας απολιτίκ άνθρωπος της μετανεωτερικότητας και οι μόνες προσεγγίσεις της ευχαρίστησης ή της ευτυχίας που δύναται να αποτολμήσει σχετίζονται με τον καταναλωτισμό και με μια επίφαση υλικής ευδαιμονίας μέσω της επιφανειακής έννοιας της επιτυχίας.

  Εδώ ο συγγραφέας αποτυπώνει επιτυχώς ένα χαρακτηριστικό των καιρών μας, το οποίο συναντάται κυρίως σε τουριστικές περιοχές, όπως η Κρήτη και άλλα νησιά, δηλαδή την ανισοβαρή, σε σχέση με το υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο, οικονομική επιτυχία ορισμένων. Ο Ηλίας δεν είναι υπερβολικά πλούσιος, είναι αυτό το είδος του νεόπλουτου επιχειρηματία της μεσαίας τάξης, του οποίου την ανάδειξη επιτρέπει κατά περιπτώσεις ο καπιταλισμός. Μέσω του σόσιαλ μίντια μάρκετινγκ και της καλής προώθησης, καταφέρνει να δημιουργήσει (έχοντας βέβαια ένα αρχικό κεφάλαιο) ένα υποτυπώδες brand, φυτρώνοντας τυποποιημένες επιχειρήσεις με κιτς αισθητική, χωρίς ίχνος πρωτοτυπίας, χωρίς ουσιαστικό προϊόν και χωρίς ελπίδες διαχρονικότητας. Συναντάμε αρκετές τετοιες επιχειρήσεις στο αστικό τοπίο που, συχνά, εξαφανίζονται το ίδιο εύκολα με την ξαφνική τους ανάδυση. 

 Ο Ηλίας ασχολείται, μάλιστα, και με κρυπτονομίσματα και δείχνει να ενσαρκώνει έναν αφιλοσόφητο αριβίστα που δεν μπορεί να συνειδητοποιήσει πώς η ατομική του ευμάρεια ζημιώνει τους γύρω του και ίσως και τον ίδιο, αφού δεν καταφέρνει να βιώσει αυθεντική ευχαρίστηση με την ζωή του και, από ό,τι φαίνεται, δεν θα μπορούσε να είναι ευτυχισμένος ακόμα κι αν η Νικόλ επέστρεφε σε εκείνον, γιατί, στο συγκεκριμένο περιβάλλον, η ευτυχία είναι μια καπιταλιστική ψευδαίσθηση. 

 Σε αυτό το σημείο θα προτιμούσα κι ένα λιγότερο απλοποιημένο σχήμα στον τρόπο που παρουσιάζονται οι διαγενειακές διαφορές. Η γενιά του ραδιοφώνου που αντικαταστάθηκε από την γενιά της τηλεόρασης και μετά του ίντερνετ, παρά τις εμφανείς διαφορές τους, έχουν και πολλές ομοιότητες κοινωνιολογικά, όπως είναι αναμενόμενο, αφού ανήκουν όλες στην σύγχρονη εποχή. Παρά την έλευση της ψηφιακής εποχής, κινούμαστε ακόμα σε έναν αναλογικό κόσμο, με αναλογική χρήση της γλώσσας ακόμα και σε ψηφιακά περιβάλλοντα. 
Συνεπώς, η ερμηνεία αυτής της αντίθεσης, μάλλον θα εξαρτηθεί από τον αναγνώστη.
 
 Η πιο εύλογη επεξήγηση , ως εναργής επίλογος του βιβλίου, θα ήταν πως η συμπεριφορά των ατόμων της ιστορίας είναι ένα σύμπτωμα όχι των καιρών, αλλα της ανθρώπινης φύσης και εντέλει, παρα τις τεχνολογικες διευκολύνσεις ή τις διαφορετικές ιστορικές συγκυρίες, δεν υπαρχει καμία ουσίωδης διαφορά μεταξύ του παρελθόντος και του παρόντος, παρεκτός της διαχρονικής ψευδαίσθησης μιας υποτιθέμενης προόδου. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ραδιοκασετόφωνο, Ιάκωβος Ανυφαντάκης

Το Ραδιοκασετόφωνο αποτελεί μια καλοστεκούμενη νουβέλα στην οποία, εκτός των άλλων, καταδεικνύεται και η μεγάλη συγγραφική εξέλιξη του Ανυφα...