Πέμπτη 25 Ιανουαρίου 2024

Δυναμώστε τη μουσική, παρακαλώ.


Στο δεύτερο συγγραφικό του Μιχάλη Μαλανδράκη, Patriot, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις, δυστυχώς, δεν καταφέρνει να ανεβάσει τον πήχη από την προηγούμενη νουβέλα του. 
Το βιβλίο θα μπορούσε να είχε τελειώσει στη σελίδα 85. Ήδη τα μικροκεφάλαια λειτουργούν διασπαστικά στην αναγνωστική ροή και δεν καταφέρνουν να δώσουν την αίσθηση ενός μυθιστορήματος που σε βυθίζει στην πλοκή ή στην αφήγησή του. Κουραστικές (και σε πολλές περιπτώσεις εντελώς αχρείαστες) ήταν και οι πολλές σημειώσεις. 
Ο Μαλανδρακης μοιάζει να διαθέτει συγγραφική πειθαρχία και οραμα, αλλά δεν αρκούν αυτά για καλή λογοτεχνία. Κατ'εμέ μάλιστα η πρωτη του νουβέλα, παροτι διατηρούσε ψεγαδια, ήταν σαφώς καλυτερη. Στις πολλές σελίδες ο Μαλανδράκης χάνει κάποιες φορές τον έλεγχο καταφεύγοντας στο μελό ( ο θάνατος της Άνιας αλλά και γενικά όλο το τελευταίο μέρος) 
 Ολος ο χαρακτήρας του Χάρη είναι ένα κινούμενο κινηματογραφικό και λογοτεχνικό κλισέ. Δεν μοιάζει αληθινός, είναι μια γέφυρα που ο συγγραφέας χρησιμοποιεί για να μιλήσει για τη Βοσνία και για τα όσα έχει μάθει δουλεύοντας στην ΕΡΤ. Η ανιδεότητα και η έλλειψη βάθους του Χάρη επαναλαμβάνονται κουραστικά σε όλο το βιβλίο ( "Ο Χάρης κοιταζει εκπληκτος την πρόσοψη και τις πλευρές του κτιρίου","Ο Χάρης δεν καταλαβαίνει", "Ο Χάρης κοιτάζει με απορία τον Ηλία. Δυσκολεύεται να καταλάβει", "ο Χάρης δεν είδε τίποτα. Δεν κατάλαβε το παραμικρό " [Λίγες γραμμές μετά επαναλαμβανει γεμάτος απορία, λες και βρίσκονται στον παιδικό σταθμό, την γνωστοποιηση του οδηγού πως ο θόρυβος ήταν σφαίρα. "Σφαιρα;" ] και το αγαπημένο μου: "Ο Χαρης κοιταζει το φλιτζάνι και τη λευκή κρέμα χωρίς να ξέρει τι πρέπει να κανει") 
Το μεγαλύτερο όμως μειονέκτημα του βιβλιου είναι αυτό που άλλοι εκθειάζουν: η κινηματογραφική αφήγηση. Πολλά βιβλία, συνήθως αστυνομικά, ή τέλος πάντων, αυτά που χαρακτηρίζουμε ευπώλητα, ακολουθούν συνήθως κινηματογραφική αφήγηση. Ο Νταν Μπράουν είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Είναι η επιτυχία του Μαλανδράκη σε αυτό το είδος της νωθρής γεγονοτολογικής αφήγησης επιχείρημα λογοτεχνικής ποιότητας; Όχι. Δεν ξέρω πώς και γιατί έχουμε φτάσει να δαιμονοποιούμε τόσο το περίπλοκο ύφος και δεν ξέρω γιατί οι Έλληνες αναγνώστες αρέσκονται στην απλούστευση με τέτοιο πάθος (μάλλον από τεμπελιά και φόβο μήπως στραμπουλήξουν κανέναν εγκεφαλικό νευρώνα) αλλά προσωπικά ναι, σε κόντρα γνωστών "οδηγών" θέλω τα βιβλία να θυμίζουν Προυστ. Κι αν είναι απλά να έχουν το βάθος του Χέμινγουεϊ. (σπόιλερ: ο Μαλανδράκης δεν έχει το βάθος του Χέμινγουει)
 Το ύφος του Μαλανδράκη είναι ορισμένες φορές τόσο πεζό που καταντά μονότονο. Η δωρικότητα πρέπει, κατά τη γνώμη μου να έχει και τον ανάλογο ρυθμό και κάποιες στιγμιαίες κορυφώσεις, έστω και σποραδικές. Οι μόνες κορυφώσεις που υπήρξαν στο βιβλίο ήταν δυο φορές, μία στη σελίδα 165 εκεί που μιλά για την ευγνωμοσύνη (αν και ούτε αυτό το σημείο είχε το σωστό ρυθμό -αν το διαβάσετε δυνατά θα καταλάβετε τι εννοώ) και στην αφήγηση του βομβαρδισμού της αγοράς, που όμως η κορύφωση εξαναγκάζεται λόγω των γεγονότων και δεν επέρχεται απαραίτητα λόγω της διήγησης. 
   Ισως έχουμε καταλήξει να δαιμονοποιούμε το λογοτεχνικό ύφος όταν αυτό ολισθαίνει στις υπερβολές και γίνεται άγαρμπα, βασισμένο μονάχα σε σπουδαιοφανείς λέξεις  που ο συγγραφέας χρησιμοποιεί για πρώτη φορά χωρίς να τις έχει μεστώσει στη γραφή του και χωρίς τη σωστή χρήση ελληνικών και το κατάλληλο υποβαθρο νοήματος. Τότε ναι είναι κουραστικό, αλλοπρόσαλλο και δήθεν. Αλλά όταν γίνεται σωστά, δεν συγκρίνεται με αυτό το πεζό, άνευρο πληκτικό αποτέλεσμα. Η καλή λογοτεχνία έχει πάντα και το ανάλογο ύφος και αυτο δεν το βρίσκω πουθενά στον Μαλανδράκη. Την νουβελα του τη διάβασα δύο φορές (οχι επειδή μου άρεσε, απλώς ερευνώντας την γραφή του σε δύο διαφορετικές φάσεις από την πρώτη ανάγνωση) ήταν τουλάχιστον συμπαγής, κάτι που δεν βλέπω στο συγκεκριμένο βιβλίο. Θα μου φαινόταν, δηλαδή, αδιανόητο να το ξαναδιαβάσω. Πολλά κεφάλαια τελειώνουν εντελώς άγαρμπα, ενώ, η εγγενής αποτυχία του εγχειρήματος διατρανώνεται στην ασυμμετρία μεταξύ των εναλλασσόμενων αφηγήσεων. Ο Χάρης του πριν και ο Χάρης του μετά θα μπορούσαν να υπάρχουν και αυτόνομοι, δεν καταφέρνει ποτέ ο συγγραφέας να κάνει την απαιτούμενη σύνδεση για τον αναγνώστη και να δώσει το κομμάτι εκείνο που θα ένωνε τις δύο αφηγήσεις και θα εξηγούσε, έμμεσα ή άμεσα, τα κίνητρα στον Χάρη για τις πράξεις του. 
Η αρέσκεια του συγγραφέα να μιμείται την φυσικότητα των διαλόγων υπάρχει και σε αυτό το βιβλίο, και πάλι, κατά τη γνώμη μου, δεν προσφέρει τίποτε πέρα από το να εντυπώνει την ρεαλιστικότητα του κειμένου που μπάζει όμως από την έλλειψη βάθους των χαρακτήρων και άρα αναιρείται, καθώς και να μας κάνει να  κριντζάρουμε συναντώντας την αγοραία γλώσσα της καθημερινότητας στη λογοτεχνία. Γιατί να αγοράσω ένα βιβλίο για να μου θυμίζει πόσο χάλια ελληνικά μιλάνε οι γύρω μου; Σε ορισμένες φορές μάλιστα, παρασύρεται και ο αφηγητής του Μαλανδράκη σε αυτό το παιχνίδι, κάτι που δεν θα έπρεπε να συμβαίνει, τουλάχιστον έπρεπε για να είναι επιτυχές να περιορίζεται στους ομιλούντες χαρακτήρες.
 Ναι, ο ρεαλισμός απαιτεί ρεαλισμό, αλλά πού τελειώνει ο ρεαλισμός και πού αρχίζει η απλή, μη λογοτεχνική καταγραφή; Πού τελειώνει η λογοτεχνία και πού ξεκινά το ρεπορτάζ;  
Ο Μαλανδράκης, εκτός των άλλων, χρησιμοποιεί απλόχερα και μια μεγάλη γκάμα κινηματογραφικών κλισέ (σελ 93, ο τρόπος που θρυμματίζεται ξαφνικά το παρμπρίτζ ενώ τα επτά άτομα, περαστικοί και άτομα του συνεργείου, περπατάνε προσεκτικά και αμίλητοι μέσα στην ησυχία. Ο τρόπος που ο Χάρης, το πρώτο πρόσωπο της ταινίας/βιβλίου, κινείται στην βομβαρδισμένη αγορά. Μπορώ να απαριθμήσω ΑΜΕΤΡΗΤΕΣ ταινίες όπου βλέπουμε τον ήρωα να κινείται έτσι σε ένα πεδίο μάχης ή ανάμεσα σε τραυματισμένους), καταλήγοντας να μην περιγράφει τον πόλεμο, αλλά μια πολεμική ταινία, υποβιβάζοντας το βιβλίο σε προσχηματικό και καθόλου υποβλητικό. 
Όσον αφορά το νόημα, δυστυχώς δεν καταφέρνει να συγκινήσει, ενώ παραμένει κάπως αφελές. 
Δεν νομίζω πως ένας άνθρωπος πρέπει να έχει βιώσει τον πόλεμο για να διαβλέπει την κενότητα των ριαλιτι και ανοητων παιχνιδιών της τηλεόρασης. Η κενότητα αυτή είναι που παρέχει ένα καταφύγιο στον Χάρη, αλλά τι μας λέει ο συγγραφέας; Ότι ο σύγχρονος άνθρωπος, που επίσης καταφεύγει στην κενότητα για πληθώρα λόγων, έχει επίσης ένα διαρκές PTSD; Δηλαδή, και ίσως μάλιστα τότε να ηταν επιτυχέστερο εγχείρημα, ο Μαλανδράκης θα μπορούσε να είχε γράψει μόνο την αφήγηση της Αθήνας.  Η εναλλαγή ανάμεσα στη Βοσνία και την ζωή του Χάρη στην Αθήνα μετά από αυτή την εμπειρία είναι ενδιαφέρουσα μέχρι ενός σημείου, το πώς το δηλαδή το υποκείμενο καταλήγει ψυχικά τραυματισμένο, ηττημένο, αλλά από ένα σημείο και μετα η εναλλαγή που επιχειρείται με τα μπρος πίσω κουράζει, γίνεται επαναλαμβανομενη και δεν έχει άλλη χρησιμότητα. Και, η ιστορία του Χάρη δεν καταφέρνει να μιλήσει σε ένα φαινόμενο, δεν μεταφράζεται σε κάποιο συλλογικό βίωμα, γιατί, φυσικά, υπήρξαν επιζώντες πολέμου, που όχι απλώς δεν κρύφτηκαν από το βίωμα, αλλά το νίκησαν μέσα από τα γραπτά τους.  
Από κει και πέρα, ο δυτικούλης ελληνάκος που έπαθε ptsd και μετά αναγκάζεται να το ρίξει στα τηλεπαιχνίδια, στις ανήλικες και στις εφήμερες σχέσεις απλώς δεν πείθει και γίνεται, ορισμένες φορές, γελοίο ως κορμός ιστορίας. Ο Χάρης έχει το προνόμιο να φύγει ανά πάσα στιγμή. Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν βιώσει το Άουσβιτς, που να πάρει η ευχή, και έχουν ανταπεξέλθει. Είναι πολύ εύκολο να καταφύγει ο Μαλανδράκης σε ένα κακογραμμένο τραύμα για να φτιάξει τη μονότονη αυτή ιστορία, αλλά ο χαρακτήρας του Χάρη δυστυχώς παραμένει επίπεδος, μονοδιάστατος και για αυτό ανεπιτυχής. 

Δευτέρα 22 Ιανουαρίου 2024

H μοναξιά του Ενός

 Κατά τη γνώμη μου το βιβλίο δεν είναι υβριδικό, όπως χαρακτηρίστηκε στην παρουσίαση, αλλά κατατάσσεται πολύ ξεκάθαρα στον δοκιμιακό λόγο. Η αφηγηματικότητα μιας υποτυπώδους ιστορίας δεν αναιρεί τον δοκιμιακό χαρακτήρα του, αφού και στη φιλοσοφία υπάρχει πολύ συχνά η αφηγηματική ροή, σχηματικές ιστορίες, μεταφορές διηγήσεων κ.ο.κ.

Το βιβλίο επίσης δεν είναι "δύσκολο", όπως χαρακτηρίστηκε στην παρουσίαση, είναι αρκετά απλό νοηματικά (σε κάποια σημεία απλοϊκό, για τους λόγους που θα αναλύσω) και προσωπικά εύχομαι να το είχα διαβάσει τους θερινούς μήνες, στην παραλία (το σχολιάζω γιατί αναφέρθηκε από τον κ.Μπουκάλα, πως δεν είναι βιβλίο που θα διάβαζε κανείς στην παραλία), μήπως και η ζάλη του ήλιου κατάφερνε ίσως να με κάνει να το δω όντως ως φιλοσοφικό κείμενο και όχι ως μια εργασία του συγγραφέα στα πλαίσια του διδακτορικού του, χωρίς φυσικά να υποστηρίζω πως δεν έκανε καλά που το έγραψε, απλώς, ήδη το ακαδημαϊκό συνήθειο της προσεκτικής βιβλιογράφησης, αφαιρεί την όποια πρωτοτυπία μπορούσε να λάβει το κείμενο και κάνει το βιβλίο μια πολύ μικρή εισαγωγή σε όσα βιβλία αναφέρει. Η χροιά του δυσνόητου που ίσως αφήσει σε κάποιους αναγνώστες, μάλλον θα αφορά την κατά καιρούς περιττή λεξικολογική φόρτωση του κειμένου, καθώς φυσικά και την εξοικείωση του αναγνώστη με τις ιδέες που παρατίθενται. 
Ομολογώ πως βρήκα αρκετούς κοινούς τόπους απόψεων με τις εκπεφρασμένες θέσεις, κάτι που δεν περίμενα. Το γεγονός αυτό οφείλεται μάλλον στο ότι οι θέσεις του συγγραφέα απορρέουν από τα βιβλιογραφούμενα βιβλία των οποίων τις ιδέες σταχυολογεί εντός του δικού του κειμένου. Βεβαίως, και κάποιες σκόρπιες τοποθετήσεις για τα σύγχρονα θέματα των μίντια, των dating apps κ.ά, υπήρξαν σημεία με τα οποία βρήκα σύμπνοια (και άλλα με τα οποία διαφώνησα και θα αναπτύξω στη συνέχεια). Ωστόσο, παρά τις πολλές παραπομπές, το κείμενο μοιάζει αδύνατο να στηριχτεί από μόνο του και σε πολλές περιπτώσεις καταλήγει να σκιαμαχεί με τις ίδιες τις εξαγγελίες του.
 Αν αφαιρέσουμε τα βιβλία με τα οποία επιχειρεί να συνομιλήσει, το νόημα (η άνοιξη προς την κοινωνική συλλογικότητα) στέκει κάπως αδύναμο, κλισέ και, σε κάποια σημεία, ελαφρώς ποπουλιστικό. Οι θέσεις δεν αναπτύσσονται επαρκώς, παρά αναφέρονται μονάχα επιγραμματικά, και αυτό οδηγεί πολλές φορές τις καταγεγραμμένες απόψεις σε μια διαρκή γενίκευση, που σε πολλά σημεία, αν αναλογιστούμε την εμφανώς προνομιούχα θέση  του συγγραφέα (λευκός cis άνδρας από σπίτι με πατέρα επιχειρηματία/συγγραφέα, θείο συγγραφέα, μητέρα γνωστή δημοσιογράφο που έκανε καριέρα στην τηλεόραση, ευκατάστατος, ικανός να πληρώσει τα απαιτούμενα δίδακτρα των σπουδών στο εξωτερικό κλπ [οι πληροφορίες αυτές βρίσκονται στο διαδίκτυο, αλλά τις αναφέρει και ο ίδιος στην παρουσίαση, πως δηλαδή μεγάλωσε σε ένα σπίτι που είχε την ευχέρεια και το έναυσμα της γνώσης καθώς και την διαρκή υποστήριξη των γονιών του]) μοιάζει σαν το ελιτίστικο παράπονο κάποιου που μιλάει εκ του ασφαλούς. 
Σε αρκετές περιπτώσεις μάλιστα, εκεί που ο Ένας δυσφορεί με τις "εξατομικευμένες και καυχησιάρικες μοναδικότητες" μοιάζει σαν ο συγγραφέας να ενοχλείται από τον ατομικισμό, όχι ως απόρροια της καπιταλιστικής αλλοτρίωσης, αλλά στα πλαίσια της υπαρξιστικής ταυτοποίησης που κάθε άτομο έχει το δικαίωμα να αξιώσει για τον εαυτό του. Και φυσικά μοιάζει σαν να αντιτίθεται στην ευτυχή ευχέρεια της πολλαπλότητας των ταυτοτήτων του σήμερα, σε αυτό που ο ίδιος, πιθανόν, να θεωρεί ως μοντερνιστική απόρροια του καπιταλισμού. Δεν μπορεί να μην πάει το μυαλό μου στη ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα, δεν θέλω όμως να επιρρίψω στον συγγραφέα απόψεις που άλλωστε δεν εκφράζει με σαφήνεια, αρα θα επιλέξω να θεωρήσω πως αναφέρει όσα αναφέρει γιατί οι τελεσίδικοι προσδιορισμοί καταλήγουν να χαντακώνουν τις δυνατότητες του Εγώ για ανοίγματα του εαυτού. Εδώ το κείμενο συνομιλεί με τον Χάιντεγκερ, αλλά και, σαφώς, με τον Νίτσε και τους απογόνους του, δηλαδή τον Καζαντζάκη που θεωρώ πως ο συγγραφέας σκόπιμα ακολούθησε στο ύφος (το βιβλίο σε πολλά σημεία θυμίζει την Ασκητική [και αυτό δεν το θεωρώ θετικό]. Μου θύμισε επίσης σε κάποιες ιδέες τον Λύκο της Στέπας, αλλά αυτό απορρέει μάλλον απο τους κοινούς τόπους με το Νίτσε) 
Βρήκα ενδιαφέρουσες κάποιες συσχετίσεις της αρχιτεκτονικής με την φιλοσοφία και τους σχεδιασμούς των κτιρίων ως μερικούς υπαίτιους της αδυναμίας κοινωνικότητας του σύγχρονου κόσμου, ωστόσο κάποιες παραπομπές τις βρήκα άστοχες, για παράδειγμα στη σελίδα 56 ο συγγραφέας μάς μιλάει για τις τσιμεντένιες πόλεις του σήμερα και καταλήγει στην κουλτούρα του ναρκισσισμού του Κρίστοφερ Λας. Περίμενα πως η παραπομπή θα αφορούσε τουλάχιστον στο γνωστό άρθρο του Λας, The modernist myth of the future, όπου μπορεί να γίνει άμεσα η συσχέτιση με την αρχιτεκτονική, και όχι στο συγκεκριμένο βιβλίο. Δεν μου άρεσε πάντως η διαρκής δαιμονοποίηση του μοντέρνου, αυτή η ανάγκη να ταυτολογήσουμε ως "ανήθικο" το μη παραδοσιακό. Καταλήγει αρκετά επιφανειακή προσέγγιση όταν, μέσω αυτών, προσπαθούμε να προσεγγίσουμε το πολυπαραγοντικό θέμα της ανθρώπινης μοναξιάς. 
Στα σημεία που ο συγγραφέας καζαντζακίζει ακατάπαυστα, εκεί που υμνεί τις κρασοκατανύξεις, τις "μυρουδιές", το βιβλίο καταλήγει να καταφεύγει στις ευκολίες του λαϊκισμού. Επίσης, δεν βρήκα καθόλου εύηχους του όρους "κοινωνία της μεζούρας", ούτε μου άρεσε το απλοϊκό σκηνικό του "καπηλειού". Και, δεδομένου πως ο συγγραφέας έχει διδακτορικό φιλοσοφίας στο Κέιμπριτζ, θα περίμενε κανείς να μην παραπέμπει στη βιβλιογραφία του σε σπιριτουαλιστικές κοινοτυπίες τύπου Osho, καθώς, αναπόφευκτα σε αυτά τα σημεία το βιβλίο, εκτός από διαρκή γκρίνια για τα πάντα, καταλήγει να θυμίζει new age βιβλίο αυτοβοήθειας. 
Τέλος, θα περίμενε κανείς, μιας και ο συγγραφέας το σχολιάζει ρητώς, πώς δηλαδή οι άνθρωποι τείνουν να επαναπαύονται σε ταυτότητες, να προσδιορίζονται μέσα από τη δουλειά τους, να διαφημίζονται στα σόσιαλ, να εμπορευματοποιούν την κουλτούρα κ.ο.κ, να ακολουθεί αυτά που λέει και να μην επαναπαύεται στις ταυτότητές του. Σε πολλά σάιτς το βιογραφικό του συγγραφέα καταλάμβανε μεγαλύτερο χώρο από τον σχολιασμό του ίδιου του βιβλίου. Ήταν αυτό αναγκαίο; Θεώρησε άραγε ο συγγραφέας πως το βιβλίο του δεν στέκεται χωρίς την ιδιότητά του ως διδάκτορα; Είναι αρκετά αντιφατικό με το ίδιο το βιβλίο, αν το σκεφτεί κανείς. 
Συνοπτικά: δεν το βρήκα κακό, αλλά ταυτόχρονα δεν το βρήκα και αρκετά δυνατό ως δοκίμιο. Μου άρεσαν κάποιες από τις παρατιθέμενες ιδέες και θεωρώ πως δεν θα χάσει κάποιος αν το διαβάσει. Θα ήθελα να διαβάσω στο μέλλον κι άλλες εργασίες του συγγραφέα, μιας και το συγκεκριμένο είναι πρωτόλειο, ώστε να σχηματίσω επαρκέστερη άποψη. 

Τρίτη 16 Ιανουαρίου 2024

Ψευδοεπιστήμες και θεωρίες συνωμοσίας

Το βιβλίο αναγνωρίζεται από τους συντάκτες του ως εισαγωγικό, ωστόσο ακόμα και ως εισαγωγικό ανάγνωσμα σε αυτόν τον τομέα, παραμένει αρκετά επιφανειακό. Τα σύντομα άρθρα του δεν αναλύουν εις βάθος τα ζητήματα, αντιθέτως μοιάζουν και έχουν τον χαρακτήρα ποστ στα σόσιαλ μίντια. Για πολλές από τις αντικρουόμενες θεωρίες συνωμοσίας δηλαδή, θα βρει ο αναγνώστης εμφατικότερες και εμβριθέστερες αναλύσεις που διαψεύδουν αυτούς τους μύθους. Η βασική βιβλιογραφική πηγή του τόμου, σε σημείο που θα έπρεπε να δίνουν ποσοστό στον συγγραφέα, είναι το εξαιρετικό βιβλίο του Taguieff, που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πόλις, Θεωρίες Συνωμοσίας, Εσωτερισμός, Εξτρεμισμός. Αν λοιπόν υπάρχει η δυνατότητα, προτείνω, εξαρχής, αυτό το βιβλίο, κυρίως γιατί εξηγείται καταλεπτώς η συλλογιστική διαδικασία για την απόρριψη των θεωριών συνωμοσίας, με την ανάλογη, και συναρπαστική, ιστορική αναδρομή. 

Στο εισαγωγικό κεφάλαιο, όπου οι συντάκτες αποτολμούν έναν ορισμό της ψευδοεπιστήμης και της επιστήμης αντίστοιχα και επισημαίνουν τους μεταξύ τους διαχωρισμούς, δίνονται μεν τα βασικά στοιχεία, αλλά επουδενί δεν καλύπτεται το βάθος του θέματος και οι φιλοσοφικές προεκτάσεις του. Δεν αναφέρθηκαν καν όλοι οι φιλόσoφοι που καταπιάστηκαν με το θέμα, πέρα από τους προφανείς (Κουν, Πόππερ κ.ά) Η βασικότερη όμως έλλειψη του κεφαλαίου, είναι η μη αναφορά στις ποιοτικές διαβαθμίσεις εντός της ίδιας της επιστήμης. Μοιάζει δηλαδή ο συντάκτης, παρά τα κάποια σημεία που λέγουν το αντίθετο, σαν να θέλει να αναδείξει όχι την επιστήμη, αλλά τους "επιστήμονες" ως αυθεντίες (μιλά μάλιστα για το σεβασμό που χάνουν οι επιστήμονες)

Σε έναν τόμο που απαρτίζεται σχεδον αποκλειστικά από άνδρες (μονο 3 γυναικες στους 15 συντακτες), δεν μου φαίνεται και πολύ έντιμη επιστημονικά διατύπωση, αφού μοιάζει να διακυρρήσει ένα χαμένο προνόμιο, παρά να μιλά υπέρ της αντικειμεινικής γνώσης, τουλάχιστον έτσι όπως εκφράστηκαν οι διατυπώσεις του. Φάνηκε δηλαδή σε αρκετά χωρία σαν να παρουσιάζει την επιστημονική κοινότητα ως μια κάστα εκλεκτών που δεν κάνουν λάθη, κάτι το οποίο φυσικά δεν ισχύει. Πολλές επικρατούσες θεωρίες για χρόνια, στις οποίες μάλιστα αρκετοί επιστήμονες, λανθασμένα εμμένουν μέχρι σήμερα, έχουν αποδειχθεί λανθασμένες. Αυτή είναι και η φύση της επιστήμης: όχι θέσφατο, όχι αυθεντία, αλλά ένας τομέας διαρκώς επεκτεινόμενος και έτοιμος να αμφισβητήσει οτιδήποτε πριν θεωρούνταν δεδομένο, αν τα στοιχεία συγκλίνουν εκεί (προφανώς πέρα από βασικούς νόμους της φυσικής κλπ. Τα αναφέρω όλα αυτά σχηματικά για να δώσω το παράδειγμα της μη δογματικής φύσης της επιστημονικής σκέψης) 

 Η επιστήμη, επίσης, χωρίζεται σε καλή και σε κακή (bad science/good science), δηλαδή μπορεί να αφορά εκπεφρασμένες θέσεις, οι οποίες μάλιστα καταλήγουν να επαληθεύονται εκ πρώτης όψεως πειραματικά, αλλά στην πραγματικότητα αποτελούν επιστημονικοφανή συμπεράσματα, που ακολουθούν μεν την επιστημονική μεθοδολογία αλλά με τρόπο αμφιλεγόμενο. Οι έρευνες, για παράδειγμα, σε αυτές τις περιπτώσεις, περιέχουν πολλά μεθοδολογικά προβλήματα, μη επαρκή στατιστικό υλικό , λογικά σφάλματα στον ίδιο τον σχεδιασμό της έρευνας κ.ο.κ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι πολλές επιστημονικοφανείς αποφάνσεις για τις διαφορές των φύλων που είναι μάλιστα ευρέως αποδεκτές από επιφανείς επιστήμονες, παρόλο που υπάρχει εκτενής, επιστημονικά τεκμηριωμένη βιβλιογραφία για το αντίθετο. 

Η επιστήμη, συνεπώς, δεν είναι πάντα πολιτικά ανεξάρτητη. Όλα αυτά δεν αναφέρονται στο βιβλίο, ούτε καν επιγραμματικά και αυτό το καθιστά ελλιπές. 

Οι λόγοι που αρκετά άτομα καταφευγουν στην υιοθέτηση θεωριών συνομωσίας είναι πολυπαραγοντικοι. Οι συντάκτες προτείνουν ως αντίδοτο την εμπιστοσύνη στην επιστήμη μεν, αλλά παραλείπουν να αναφέρουν πως το αντίδοτο είναι η παιδεία, η γνώση, η μελέτη των επιστημονικων δεδομένων και η κατανόηση του τρόπου λειτουργίας της επιστήμης, όχι ως παθητικοί αποδέκτες, αλλά ως σκεπτόμενα άτομα. Η τυφλή εμπιστοσύνη στους "ειδικους" δεν είναι ειδοποιο στοιχείο της επιστημονικής σκέψης, αντιθέτως η επιστημονική σκέψη βασίζεται στον σκεπτικισμό και δεν αναγνωρίζει τον εαυτό της ως αυθεντία. Ένας επιστήμονας πρέπει να είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμος να αναθεωρήσει μια άποψη αν προκύπτουν τα στοιχεία που την ανατρέπουν. Η επιστήμη δεν είναι μια παραλλαγή της θρησκείας, ένα θεσφατο αληθειας, αλλά ένας δομημένος και ορθολογικος τρόπος σκέψης και, όπως κάθε ανθρώπινο κατασκεύασμα και όπως αποδεικνύει πολλακις η μελέτη των επιστημονικων ανακαλύψεων και των παραδοχων της επιστήμης ανά τους αιώνες, στο πλαίσιο της επιστήμης μπορούν να συμβούν λάθη, να υπαρχει bias , να υπαρχει συγκεκριμένη πολιτική κατεύθυνση στον τρόπο που ερμηνεύονται ή παρουσιάζονται τα αποτελέσματα κ.ο. κ

Τα κεφάλαια που μου άρεσαν ήταν  ο μύθος του Ρόσγουελ, το κεφάλαιο της προσσελήνωσης, η επίπεδη Γη και οι κβαντικές πλάνες.  

Το κεφάλαιο για τον covid θεωρώ πως δεν αναπτύχθηκε επαρκώς και μου άφησε μια επίγευση δικαιολόγησης ορισμένων αυθαιρεσιών της κυβέρνησης, από την άποψη πως το μεγαλύτερο αρνητικό της, νωπης ακομα, πανδημίας δεν ήταν, κατά την γνώμη μου, οι θεωρίες συνωμοσίας που ανέκυψαν, αλλά οι αμέτρητοι θάνατοι που σημειώθηκαν, εκτός των άλλων, λόγω της ανεπάρκειας του κρατικού συστήματος υγείας. Επιχειρείται επίσης μια βιαστικά ομογενοποιητική ομαδοποίηση "φοβίας" των φαρμάκων ως "τεχνοφοβίας" και άγνοιας, ενώ στην πραγματικότητα υπάρχουν σοβαρά ζητήματα σε πολλά σημεία της σύγχρονης ιατρικής πρακτικής.
Για παράδειγμα, σε αρκετές χώρες του σύγχρονου δυτικού κόσμου, μεταξύ άλλων και της Μεγάλης Βρετανίας, υπάρχει μια ικανή πλειοψηφία γυναικών που αναφέρουν αγνόηση του πόνου τους από την ιατρική κοινότητα, και μάλιστα, ακόμα και σε χειρουργικές επεμβάσεις! Συγκεκριμένα το NHS εφαρμόζει κατ'εξακολούθηση γυναικολογικές επεμβάσεις (υστεροσκόπηση, απόξεση, βιοψίες ενδομητρίου) χωρίς γενική νάρκωση, κάτι που αυξάνει τα αιμορραγικά επεισόδια κατά τη διάρκεια αυτών των επεμβάσεων αλλά και επιφέρει αφόρητο πόνο στις ασθενείς. Την ίδια στιγμή, υπάρχει καταγεγραμμένη σε εκτενή βιβλιογραφία, η αμετροέπεια στη συνταγογράφηση αντιβιοτικών φαρμάκων στο γενικο πληθυσμό με ολέθριες συνεπειες στην πορεια της βακτηριακής ανθεκτικότητας. Συνταγογραφουνται επισης αναιτιολογητα ορμονες σε κλιμακτήριες γυναίκες, με μόνο σκοπό την ανιμετώπιση φυσιολογικών συμπτώματων της κλιμακτηρίου που θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν αλλιώς και όχι με τη συνταγογράφηση ορμονών που σε αρκετές περιπτώσεις αποδειχτηκε πως αύξησε την πιθανότητα πρόκλησης ή και εντέλει προκάλεσε κάποιας μορφής καρκίνου στις γυναίκες. Παράλληλα, αναγνωρισμένη είναι και η παραγνώριση της καρδιοπάθειας σε γυναικεία υποκείμενα, που, με τις ευλογίες των γιατρών τους, αγνοούν συμπτώματα αρτηριοσκλήρωσης ή ακόμα και εμφράγματος. 

Και, τέλος, το μεγαλύτερο ελάττωμα του βιβλίου είναι η μηδενική αναφορά στο ρόλο που έπαιξε η εκκλησία και οι μονοθειστικές θρησκείες στη δημιουργία κάποιων από των παρατιθέμενων θεωριών συνωμοσίας. 

Αναφέρεται μεν, για παράδειγμα, πως πολλοί υποστηρικτές της επίπεδης γης προέρχονται από άτομα που πιστεύουν τα λεγόμενά της Βίβλου αυτολεξεί, και μάλιστα γίνεται αναφορά και στο ότι οι "πρώιμες " θρησκείες προέκυψαν από τον άνθρωπο σε μια προσπάθεια να ερμηνεύσει τα φυσικά φαινόμενα, αλλά αυτή είναι η αναφορά κάνει, σκόπιμα πιστεύω, τη διάκριση μεταξύ δωδεκαθεϊσμού και των μετέπειτα θρησκειών (των μονοθεϊστικών) που φυσικά δεν κατονομάζει για να μην θίξει τους πιστούς. Η αναφορά για την απόρροια της επίπεδης γης μέσω του biblical literalism ήταν σύντομη και δεν αναπτύχθηκε, παρόλο που παίζει κομβικό ρόλο στους οπαδούς αυτών των απόψεων. 

Συνοπτικά: παρότι το βιβλίο είναι πράγματι εισαγωγικό και με κάποιες καλές στιγμές σε ορισμένα άρθρα, δεν θα το πρότεινα. Υπάρχουν πολύ καλύτερα βιβλία (εισαγωγικά ή πιο αναλυτικά) για την αποσάθρωση των θεωριών συνομωσίας. 

Σημειωση: ο τόμος είχε πολλαπλά ζητήματα επιμελειας. Και δεν αναφέρομαι προφανώς σε απλά τυπογραφικά λαθη (που ήταν επίσης πολλά στο βιβλιο) αλλά σε λάθη σύνταξης, εκφραστικά λάθη κλπ, που ενώ δεν είναι τόσο ζωτικά, ρίχνουν πάντα το επίπεδο μιας έκδοσης. Επίσης, παράκληση, να διορθωθεί σε επόμενη έκδοση το κομιξ (το εμβληματικο περιοδικό του Τερζοπουλου) σε κομικς που είναι η γραφή του πληθυντικού στα ελληνικά. Αν για καποιο λογο ακολουθήθηκε ο κανόνας της απλουστερης γραφης ξενικων, θεωρώ πως είναι ακαιρο σε μια λεξη που η πλειοψηφία τη γραφει με τον τροπο που κατεδειξα και το αντίθετο μπορεί να επιφέρει σύγχυση σε έναν αναγνώστη που ασχολείται με κομικς.
 

Ραδιοκασετόφωνο, Ιάκωβος Ανυφαντάκης

Το Ραδιοκασετόφωνο αποτελεί μια καλοστεκούμενη νουβέλα στην οποία, εκτός των άλλων, καταδεικνύεται και η μεγάλη συγγραφική εξέλιξη του Ανυφα...