Στο δεύτερο συγγραφικό του Μιχάλη Μαλανδράκη, Patriot, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις, δυστυχώς, δεν καταφέρνει να ανεβάσει τον πήχη από την προηγούμενη νουβέλα του.
Το βιβλίο θα μπορούσε να είχε τελειώσει στη σελίδα 85. Ήδη τα μικροκεφάλαια λειτουργούν διασπαστικά στην αναγνωστική ροή και δεν καταφέρνουν να δώσουν την αίσθηση ενός μυθιστορήματος που σε βυθίζει στην πλοκή ή στην αφήγησή του. Κουραστικές (και σε πολλές περιπτώσεις εντελώς αχρείαστες) ήταν και οι πολλές σημειώσεις.
Ο Μαλανδρακης μοιάζει να διαθέτει συγγραφική πειθαρχία και οραμα, αλλά δεν αρκούν αυτά για καλή λογοτεχνία. Κατ'εμέ μάλιστα η πρωτη του νουβέλα, παροτι διατηρούσε ψεγαδια, ήταν σαφώς καλυτερη. Στις πολλές σελίδες ο Μαλανδράκης χάνει κάποιες φορές τον έλεγχο καταφεύγοντας στο μελό ( ο θάνατος της Άνιας αλλά και γενικά όλο το τελευταίο μέρος)
Ολος ο χαρακτήρας του Χάρη είναι ένα κινούμενο κινηματογραφικό και λογοτεχνικό κλισέ. Δεν μοιάζει αληθινός, είναι μια γέφυρα που ο συγγραφέας χρησιμοποιεί για να μιλήσει για τη Βοσνία και για τα όσα έχει μάθει δουλεύοντας στην ΕΡΤ. Η ανιδεότητα και η έλλειψη βάθους του Χάρη επαναλαμβάνονται κουραστικά σε όλο το βιβλίο ( "Ο Χάρης κοιταζει εκπληκτος την πρόσοψη και τις πλευρές του κτιρίου","Ο Χάρης δεν καταλαβαίνει", "Ο Χάρης κοιτάζει με απορία τον Ηλία. Δυσκολεύεται να καταλάβει", "ο Χάρης δεν είδε τίποτα. Δεν κατάλαβε το παραμικρό " [Λίγες γραμμές μετά επαναλαμβανει γεμάτος απορία, λες και βρίσκονται στον παιδικό σταθμό, την γνωστοποιηση του οδηγού πως ο θόρυβος ήταν σφαίρα. "Σφαιρα;" ] και το αγαπημένο μου: "Ο Χαρης κοιταζει το φλιτζάνι και τη λευκή κρέμα χωρίς να ξέρει τι πρέπει να κανει")
Το μεγαλύτερο όμως μειονέκτημα του βιβλιου είναι αυτό που άλλοι εκθειάζουν: η κινηματογραφική αφήγηση. Πολλά βιβλία, συνήθως αστυνομικά, ή τέλος πάντων, αυτά που χαρακτηρίζουμε ευπώλητα, ακολουθούν συνήθως κινηματογραφική αφήγηση. Ο Νταν Μπράουν είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Είναι η επιτυχία του Μαλανδράκη σε αυτό το είδος της νωθρής γεγονοτολογικής αφήγησης επιχείρημα λογοτεχνικής ποιότητας; Όχι. Δεν ξέρω πώς και γιατί έχουμε φτάσει να δαιμονοποιούμε τόσο το περίπλοκο ύφος και δεν ξέρω γιατί οι Έλληνες αναγνώστες αρέσκονται στην απλούστευση με τέτοιο πάθος (μάλλον από τεμπελιά και φόβο μήπως στραμπουλήξουν κανέναν εγκεφαλικό νευρώνα) αλλά προσωπικά ναι, σε κόντρα γνωστών "οδηγών" θέλω τα βιβλία να θυμίζουν Προυστ. Κι αν είναι απλά να έχουν το βάθος του Χέμινγουεϊ. (σπόιλερ: ο Μαλανδράκης δεν έχει το βάθος του Χέμινγουει)
Το ύφος του Μαλανδράκη είναι ορισμένες φορές τόσο πεζό που καταντά μονότονο. Η δωρικότητα πρέπει, κατά τη γνώμη μου να έχει και τον ανάλογο ρυθμό και κάποιες στιγμιαίες κορυφώσεις, έστω και σποραδικές. Οι μόνες κορυφώσεις που υπήρξαν στο βιβλίο ήταν δυο φορές, μία στη σελίδα 165 εκεί που μιλά για την ευγνωμοσύνη (αν και ούτε αυτό το σημείο είχε το σωστό ρυθμό -αν το διαβάσετε δυνατά θα καταλάβετε τι εννοώ) και στην αφήγηση του βομβαρδισμού της αγοράς, που όμως η κορύφωση εξαναγκάζεται λόγω των γεγονότων και δεν επέρχεται απαραίτητα λόγω της διήγησης.
Ισως έχουμε καταλήξει να δαιμονοποιούμε το λογοτεχνικό ύφος όταν αυτό ολισθαίνει στις υπερβολές και γίνεται άγαρμπα, βασισμένο μονάχα σε σπουδαιοφανείς λέξεις που ο συγγραφέας χρησιμοποιεί για πρώτη φορά χωρίς να τις έχει μεστώσει στη γραφή του και χωρίς τη σωστή χρήση ελληνικών και το κατάλληλο υποβαθρο νοήματος. Τότε ναι είναι κουραστικό, αλλοπρόσαλλο και δήθεν. Αλλά όταν γίνεται σωστά, δεν συγκρίνεται με αυτό το πεζό, άνευρο πληκτικό αποτέλεσμα. Η καλή λογοτεχνία έχει πάντα και το ανάλογο ύφος και αυτο δεν το βρίσκω πουθενά στον Μαλανδράκη. Την νουβελα του τη διάβασα δύο φορές (οχι επειδή μου άρεσε, απλώς ερευνώντας την γραφή του σε δύο διαφορετικές φάσεις από την πρώτη ανάγνωση) ήταν τουλάχιστον συμπαγής, κάτι που δεν βλέπω στο συγκεκριμένο βιβλίο. Θα μου φαινόταν, δηλαδή, αδιανόητο να το ξαναδιαβάσω. Πολλά κεφάλαια τελειώνουν εντελώς άγαρμπα, ενώ, η εγγενής αποτυχία του εγχειρήματος διατρανώνεται στην ασυμμετρία μεταξύ των εναλλασσόμενων αφηγήσεων. Ο Χάρης του πριν και ο Χάρης του μετά θα μπορούσαν να υπάρχουν και αυτόνομοι, δεν καταφέρνει ποτέ ο συγγραφέας να κάνει την απαιτούμενη σύνδεση για τον αναγνώστη και να δώσει το κομμάτι εκείνο που θα ένωνε τις δύο αφηγήσεις και θα εξηγούσε, έμμεσα ή άμεσα, τα κίνητρα στον Χάρη για τις πράξεις του.
Η αρέσκεια του συγγραφέα να μιμείται την φυσικότητα των διαλόγων υπάρχει και σε αυτό το βιβλίο, και πάλι, κατά τη γνώμη μου, δεν προσφέρει τίποτε πέρα από το να εντυπώνει την ρεαλιστικότητα του κειμένου που μπάζει όμως από την έλλειψη βάθους των χαρακτήρων και άρα αναιρείται, καθώς και να μας κάνει να κριντζάρουμε συναντώντας την αγοραία γλώσσα της καθημερινότητας στη λογοτεχνία. Γιατί να αγοράσω ένα βιβλίο για να μου θυμίζει πόσο χάλια ελληνικά μιλάνε οι γύρω μου; Σε ορισμένες φορές μάλιστα, παρασύρεται και ο αφηγητής του Μαλανδράκη σε αυτό το παιχνίδι, κάτι που δεν θα έπρεπε να συμβαίνει, τουλάχιστον έπρεπε για να είναι επιτυχές να περιορίζεται στους ομιλούντες χαρακτήρες.
Ναι, ο ρεαλισμός απαιτεί ρεαλισμό, αλλά πού τελειώνει ο ρεαλισμός και πού αρχίζει η απλή, μη λογοτεχνική καταγραφή; Πού τελειώνει η λογοτεχνία και πού ξεκινά το ρεπορτάζ;
Ο Μαλανδράκης, εκτός των άλλων, χρησιμοποιεί απλόχερα και μια μεγάλη γκάμα κινηματογραφικών κλισέ (σελ 93, ο τρόπος που θρυμματίζεται ξαφνικά το παρμπρίτζ ενώ τα επτά άτομα, περαστικοί και άτομα του συνεργείου, περπατάνε προσεκτικά και αμίλητοι μέσα στην ησυχία. Ο τρόπος που ο Χάρης, το πρώτο πρόσωπο της ταινίας/βιβλίου, κινείται στην βομβαρδισμένη αγορά. Μπορώ να απαριθμήσω ΑΜΕΤΡΗΤΕΣ ταινίες όπου βλέπουμε τον ήρωα να κινείται έτσι σε ένα πεδίο μάχης ή ανάμεσα σε τραυματισμένους), καταλήγοντας να μην περιγράφει τον πόλεμο, αλλά μια πολεμική ταινία, υποβιβάζοντας το βιβλίο σε προσχηματικό και καθόλου υποβλητικό.
Όσον αφορά το νόημα, δυστυχώς δεν καταφέρνει να συγκινήσει, ενώ παραμένει κάπως αφελές.
Δεν νομίζω πως ένας άνθρωπος πρέπει να έχει βιώσει τον πόλεμο για να διαβλέπει την κενότητα των ριαλιτι και ανοητων παιχνιδιών της τηλεόρασης. Η κενότητα αυτή είναι που παρέχει ένα καταφύγιο στον Χάρη, αλλά τι μας λέει ο συγγραφέας; Ότι ο σύγχρονος άνθρωπος, που επίσης καταφεύγει στην κενότητα για πληθώρα λόγων, έχει επίσης ένα διαρκές PTSD; Δηλαδή, και ίσως μάλιστα τότε να ηταν επιτυχέστερο εγχείρημα, ο Μαλανδράκης θα μπορούσε να είχε γράψει μόνο την αφήγηση της Αθήνας. Η εναλλαγή ανάμεσα στη Βοσνία και την ζωή του Χάρη στην Αθήνα μετά από αυτή την εμπειρία είναι ενδιαφέρουσα μέχρι ενός σημείου, το πώς το δηλαδή το υποκείμενο καταλήγει ψυχικά τραυματισμένο, ηττημένο, αλλά από ένα σημείο και μετα η εναλλαγή που επιχειρείται με τα μπρος πίσω κουράζει, γίνεται επαναλαμβανομενη και δεν έχει άλλη χρησιμότητα. Και, η ιστορία του Χάρη δεν καταφέρνει να μιλήσει σε ένα φαινόμενο, δεν μεταφράζεται σε κάποιο συλλογικό βίωμα, γιατί, φυσικά, υπήρξαν επιζώντες πολέμου, που όχι απλώς δεν κρύφτηκαν από το βίωμα, αλλά το νίκησαν μέσα από τα γραπτά τους.
Από κει και πέρα, ο δυτικούλης ελληνάκος που έπαθε ptsd και μετά αναγκάζεται να το ρίξει στα τηλεπαιχνίδια, στις ανήλικες και στις εφήμερες σχέσεις απλώς δεν πείθει και γίνεται, ορισμένες φορές, γελοίο ως κορμός ιστορίας. Ο Χάρης έχει το προνόμιο να φύγει ανά πάσα στιγμή. Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν βιώσει το Άουσβιτς, που να πάρει η ευχή, και έχουν ανταπεξέλθει. Είναι πολύ εύκολο να καταφύγει ο Μαλανδράκης σε ένα κακογραμμένο τραύμα για να φτιάξει τη μονότονη αυτή ιστορία, αλλά ο χαρακτήρας του Χάρη δυστυχώς παραμένει επίπεδος, μονοδιάστατος και για αυτό ανεπιτυχής.