Δευτέρα 23 Οκτωβρίου 2023

Ο Δαρβίνος πάει στην πόλη

 Το βιβλίο Ο Δαρβίνος πάει στην πόλη, του εξελικτικού βιολόγου Menno Schilthuizen, που κυκλοφορεί από τις Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης αποτελεί μια συναρπαστική αφήγηση για τις διαδρομές της εξέλιξης στα σύγχρονα αστικά περιβάλλοντα. 

Η αστική πανίδα και χλωρίδα βρίσκεται παντού γύρω μας και όπως είναι αναμενόμενο υφίσταται τις επιδράσεις της ανθρώπινης παρουσίας, μιας και ο άνθρωπος, όπως ακριβώς και το μυρμήγκι ή ο κάστορας, αποτελεί ένα είδος μηχανικού οικοσυστημάτων που επιφέρει αλλαγές στο περιβάλλον. 
O Schilthuizen μας δίνει μια παραστατική εικόνα της ευρείας ανθρώπινης επίδρασης αποφεύγοντας, μάλλον συνειδητά, να αναφερθεί στις αρνητικές, και μάλλον αυτονόητες, επιπτώσεις, και τονίζει πως με τις σωστές κινήσεις, η επίδραση αυτή μπορεί να λάβει ακόμα και θετικό πρόσημο με τη δημιουργία νέων οικοθεσιών και νέων ευκαιριών εξέλιξης στα υπάρχοντα αστικά είδη. 
Τα αστικά περιβάλλοντα, όπως επισημαίνει ο συγγραφέας μέσα από πολλά παραδείγματα, φαίνεται να επιταχύνουν με εντυπωσιακούς ρυθμούς την εξέλιξη των ειδών που κατοικούν στην πόλη κι έτσι να δημιουργούνται αλλαγές στις συμπεριφορά που εν συνεχεία καταλήγουν να δημιουργήσουν ακόμα και νέα υποείδη. 
Το εντυπωσιακότερο παράδειγμα στο βιβλίο αφορά τους πληθυσμούς του κουνουπιού Culex Molestus το οποίο εξελίχθηκε στο υπόγειο περιβάλλον του Λονδρέζικου σιδηροδρόμου τα τελευταία 150 χρόνια. Το "ενοχλητικό" (molestus) κουνούπι τρέφεται αποκλειστικά με το αίμα των επιβατών και διαφέρει από το κοινό κουνούπι με πλειάδα τρόπων, ενώ φέρει γενετικές διαφορές ακόμα και από γραμμή σε γραμμή του σταθμού!
Τα κουνούπια λοιπόν που εξελίχθηκαν σε υπόγεια ανθρώπινα περιβάλλοντα, εφόσον δεν τρέφονται με το αίμα πουλιών έχουν αποκτήσει πρωτεΐνες που μορφοποίησαν το τμήμα των κεραιών και των προσακτρίδων τους ώστε να ανταποκρίνονται στις οσμές των ανθρώπινων θηραμάτων τους, ενώ έχουν προσαρμόσει ακόμα και τη σεξουαλική τους συμπεριφορά, από αναπαραγωγή σε σμήνη σε περιπτωσιολογική διατομική αναπαραγωγή, όπως ακριβώς και ο άνθρωπος. 
Ενδιαφέροντα είναι επίσης τα κεφάλαια που αναφέρονται στον βιομηχανικό μελανισμό με εξοχότερο παράδειγμα την πιπερονυχτοπεταλούδα της Βρετανίας, καθώς και όλες οι αναφορές στα πανέξυπνα είδη πουλιών, από τα κοράκια μέχρι τις μαυροκουρούνες, που έχουν μάθει να εκμεταλλεύονται προς όφελός τους ακόμα και στην αστική κίνηση.  
Ο άνθρωπος φυσικά δεν μένει εκτός αυτής της εξελικτικής πορείας. Ως μέρος της εξελικτικής αλυσίδας ο άνθρωπος υφίσταται κι αυτός τις αλλαγές που επιφέρει στη συμπεριφορά του το αστικό περιβάλλον, οι οποίες δεν μένει παρά να μελετηθούν από τους ερευνητές τα επόμενα χρόνια. 
Αν πάντως λάβουμε ως παράδειγμα τα μολυβοτσίχλονα και τις επιδράσεις που δέχτηκαν στις αναπαραγωγικές επιλογές τους, με την μετατόπιση του ερωτικού ενδιαφέροντος των θηλυκών προς λιγότερο "μάτσο" αρσενικά μολυβοτσίχλονα, δεν μένει παρά να δούμε και αντίστοιχες αλλαγές στην ανθρώπινη συμπεριφορά. Η φύση άλλωστε δεν είναι θέσφατο αλλά ένα ζωντανό παλίμψηστο συνεχώς εξελισσόμενο.  
Η έκδοση από τις Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης είναι για ακόμα μία φορά άριστη, όπως και η μετάφραση και η επιστημονική εποπτεία του τόμου. Ωστόσο με μπέρδεψαν κάποιες επιλογές επιμέλειας, όπως η επιλογή γραφής των ξενικών ονομάτων, που κάποιες φορές φαίνεται να ακολουθεί τον κανόνα της απλούστερης γραφής ξενικών ονομάτων στην ελληνική ενώ άλλες φορές όχι, αντιθέτως επιλέγεται για το ίδιο όνομα, διαφορετική μεταφραστική προσέγγιση. Ένα παράδειγμα αφορά το όνομα Κάρολ που στη μία περίπτωση αναφέρεται στον συγγραφέα Λούις Κάρολ και στην άλλη σε έναν ερευνητή. Σε αυτή την περίπτωση εικάζω πως το σκεπτικό της επιλογής αφορά την αποφυγή σύγχυσης μεταξύ των δύο προσώπων. Όπως και να 'χει, πρόκειται περί αμελητέων αβλεψιών που δεν επηρεάζουν επουδενί την απόλαυση της ανάγνωσης και την αρτιότητα της έκδοσης.

Δευτέρα 16 Οκτωβρίου 2023

Πράγματα που σκέφτεται η παρθένος Μαρία καπνίζοντας κρυφά στο μπάνιο

Η συλλογή διηγημάτων της Αλεξάνδρας Κ., Πράγματα που σκέφτεται η παρθένος Μαρία καπνίζοντας κρυφά στο μπάνιο, από τις εκδόσεις Πατάκη, εντάσσεται κατά τη γνώμη πολλών στην επονομαζόμενη φεμινιστική λογοτεχνία, κάτι με το οποίο δεν συμφωνώ και θα επιχειρήσω να εξηγήσω αναλυτικά τους λόγους.


Κοινωνιολογικά η Ελλάδα είναι μία από τις χώρες που, όταν ο φεμινισμός εκρήγνυτο σε όλο τον πολιτισμένο κόσμο, εδώ δεν υπήρχε καμία απολύτως επίδραση, παρά ισχνές και αμέθοδες εκδηλώσεις παρουσίας κυρίως σε πεδία της τέχνης (κινηματογράφος, λογοτεχνία κ.ο.κ.) Κοινωνικά και πολιτικά η Ελλάδα ανήκε σε μια άκρως παραδοσιακή γραμμή. Η κατάργηση του προικοσυμφώνου, για παράδειγμα, έγινε μόλις το 1983.
Αντιλαμβάνεται λοιπόν κανείς πως ένας φεμινισμός που έχει περάσει στο σύνολο του πληθυσμού, κυρίως, μέσα από τα σόσιαλ media θα έχει αναμφίβολα πολλά κενά, σχετική μόνο επίδραση στις κοινωνικές αντιλήψεις και θα χωλαίνει στην θεωρητική του τεκμηρίωση.
Ο φεμινισμός στην Ελλάδα του σήμερα, συνεπώς, είναι ένα παράξενο σύμφυρμα ιδεών που στις άλλες χώρες θα το συναντούσε κανείς πολλές δεκαετίες πριν. Είναι ένας φεμινισμός συχνά ελλιπής, αφελής και πετσοκομμένος. Και πάνω από όλα: είναι ένας φεμινισμός έμφυλος, σεξιστικός και ελάχιστα, έως μηδενικά, συμπεριληπτικός. Ο φεμινισμός ήδη από τις απαρχές του δεν αφορούσε επουδενί μονάχα τις γυναίκες, αλλά όλους τους καταπιεσμένους. Έτσι, όταν οι σύγχρονες ελληνίδες πασιονάριες γράφουν σήμερα για τον φεμινισμό πιστεύοντας πως αφορά κάποιο ετεροφυλόφιλο ετεροκανονικό σενάριο σίριαλ του 1990, κάτι δεν πάει καλά.

Τα διαφημιζόμενα "φεμινιστικά βιβλία" είναι κατ'επέκταση θορυβωδώς πανομοιότυπα. Τα μοναδικά προβλήματα που φαίνεται να απασχολούν τις ηρωίδες είναι: πώς να πηδαω άντρες αλλά να είμαι παράλληλα φεμινίστρια; Πώς, αφού μου αρέσει το πεος να απενοχοποιήσω ότι μου αρέσει το πεος(;) Καταλήγοντας σε μια ατελειωτη μίρλα που θυμίζει στην καλύτερη περίπτωση την Κάρυ Μπράτσο και στη χειρότερη την Κατερίνα Γιουλάκη στο Ρετιρέ, που, ας το παραδεχτούμε, φαίνεται πιο υγιές και δυναμικό γυναικείο πρότυπο από πολλές ηρωίδες των εν λόγω βιβλίων.
΄Ύστερα έχουμε την εμμονή με την μητρότητα. Δεν περνάει από το μυαλό αυτών των συγγραφέων ότι υπάρχουν γυναίκες που δεν θέλουν να τεκνοποιήσουν και που δεν συγκινούνται από ιστορίες με μάνες και εγκύους που καπνίζουν κρυφά. Το να μας μεταφέρονται οι ίδιες και οι ίδιες ετεροκανονικές εμπειρίες απλώς υπό το φως ενός αντίστροφου σεξισμού, δεν προσφέρει κάτι καινοτόμο ούτε λογοτεχνικά ούτε στο κίνημα του φεμινισμού.

Θα γνωστοποιήσω κάτι και ισως σοκαριστούν πολλά άτομα: δεν υπάρχουν μόνο δύο φύλα και ο τόσο έμφυλος φεμινισμός σας φλερτάρει επικίνδυνα με τα όρια του ακραίου σεξισμού.
Πότε θα διαβάσουμε για τον λεσβιακο φεμινισμο; Πότε θα διαβάσουμε για τον ασέξουαλ φεμινισμο; Πότε θα διαβάσουμε για τον φεμινισμό που δεν ασχολείται με, συγνώμη, θα το γραψω, πουτσες;

Από αυτόν τον σεξιστικό φεμινισμό φαίνεται να πάσχει και το συγκεκριμένο βιβλίο. Όπως και πολλά άλλα διαφημιζόμενα ως "φεμινιστικά" βιβλία, αφού μεταφέροντας αυτές τις, κατα κανόνα, ετεροκανονικές εμπειρίες τα κείμενα αποκτούν αναγκαστικά σεξιστικές συνδηλώσεις.
Η αφελής πεποίθηση πως οι άνδρες και οι γυναίκες είναι ριζικα διαφορετικοί σε βιολογικό επίπεδο έχει επικρατήσει λόγω ενός επιστημονικοφανούς εσενσιαλισμού που καθιερώθηκε από τις απαρχές της επιστήμης και αφορά βιολογικές απλουστεύσεις καθώς και μια αδιάκοπη και συχνά άκαρπη προσπάθεια θεωρητικοποίησης στερεοτύπων μέσα απο το επιστημονικό πεδίο, παρότι βέβαια η επιστήμη της βιολογίας έχει πολλές φορές αποφανθεί πως περισσότερες είναι οι ομοιότητες, παρά οι διαφορές των φύλων.

Διαβάζοντας τη συγκεκριμένη συλλογή, ένιωσα αρκετές φορές σαν να διαβάζω άρθρο του cosmopolitan: γιατί δεν του σηκώνεται, τι να κάνεις όταν έχεις σχέση με παντρεμένο κ.ο.κ.

Ένιωσα επίσης σαν να ξαναδιαβάζω το βιβλίο της κ.Αποστόλου και αυτο δεν το λέω για καλό (ανατρέξτε στην κριτική των Σωματιδίων για να μάθετε τους λογους), ενώ άλλες φορές βιώνα μια επικίνδυνη εώς τραυματική αναγνωστικη επαναστροφη που με οδηγούσε στο Μπλε Υγρό της κυρίας Στεργίου, που ακόμα προσπαθώ να ξεχάσω.

To διήγημα από το οποίο τιτλοφορείται και η συλλογή ήταν διασκεδαστικό, κυρίως λόγω της γραφής, αλλά δεν μας είπε τίποτε το καινοφανές ως περιεχόμενο, ενώ διάσπαρτες υπάρχουν όλες οι φυσικοποιήσεις των κοινωνικών ζητημάτων που φαίνεται κατά τη συγγραφέα να έχουν τις ρίζες τους στην σωματική διαφορετικότητα ανδρών και γυναικών, λες και ο φαινότυπος πάντοτε συμβαδίζει με τον βιολογισμό του φύλου στον οποίο εμμένουν οι πάντες.
Ξεχωρίζω ως καλά τα ακόλουθα: Μαμά μαλάκω. Ο κύριος Βλάχος δεν με παρενόχλησε ποτέ.

Τα υπόλοιπα διηγήματα κυμαίνονται ανάμεσα στα αδιάφορα (Βάντες, Γέροι Γάλλοι στο Αιγαίο,Το σφαγιό κ.ά) μέχρι στα κακογραμμένα (Άνδρες καταπίνουν δέντρα, Γυναίκες στο τηλέφωνο και το χειρότερο διήγημα της συλλογής που θα σχολιάσω ξεχωριστά, ASMR)

Το ASMR είναι από τα χειρότερα κείμενα που έχω διαβάσει ποτέ στην ελληνική γλώσσα.
Η γραφή είναι μια ανεπιτυχής προσπάθεια μίμησης ενός αγοραίου προφορικού λόγου που γίνεται με την επανάληψη εκφράσεων οπως "ξέρω γω", "ετσι;" Με τι άτομα συναναστρέφονται οι συγκεκριμένες συγγραφείς; Ποιος μιλάει, σε σημείο μαρτυρικής επανάληψης,κατά αυτόν τον τρόπο ; Μόνο οι χαρακτήρες σε κατι καλτ ταινίες του Στάθη Ψάλτη. Φυσική ομιλία πάντως δεν είναι αν και να την μιμούνται οντως, δεν ξερω τι καταφέρνουν. Το είχα σχολιάσει και στην κριτική για τη νουβέλα του κ.Μαλανδράκη, Patriot: γιατί κάποιοι συγγραφείς πιστεύουν ότι είναι λογοτεχνικό προσόν το να μιμούνται τον προφορικό λόγο στους διαλόγους και τους αξίζει κάποιο παράσημο; Κι εγώ αν κάτσω να απομαγνητοφονησω τον Μπάμπη τον σουγιά φυσικός θα είναι ο λόγος του στο κείμενο, αυτό σημαίνει πως είναι και λογοτεχνία ή πως προσφέρει την οποιαδήποτε τέρψη στον αναγνώστη; Και έναν κατάλογο ντελίβερι να διαβάσω ρεαλιστικός θα είναι (καλα όχι και τόσο) Αυτό τον ανάγει σε λογοτεχνικό κείμενο;


Τέλος, για να εμπεδώσουμε καλα την εμφυλη διπολικοτητα που διέπει τη συλλογή η μοναδική τρανς που ανευρίσκεται στα κειμενα είναι "εκδιδόμενη" χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις. Φαντάζομαι για τις cis φεμινίστριες αυτό είναι κάτι το αυτονόητο.
 

Πέμπτη 12 Οκτωβρίου 2023

O Αποικιοκράτης Χίπστερ

 Yοu know the type: άνδρες με πληθωρικά μούσια ορθόδοξου πατριάρχη, λουλουδοειδή πολύχρωμα τατουάζ (προαιρετικά) γιατι ειναι και σκληρός αλλά και ευαισθητούλης, "vintage" αισθητική επιπέδου τηλεοπτικής διαφήμισης 90s, φωτογραφίες του ορίζοντα ή του αστικού τοπίου με ασπρόμαυρα φίλτρα, πού και πού κανένα βιβλιάκι για να ψαρώνει καμιά από τις φεμινίστριες γκόμενες που μισούν υποτίθεται την πατριαρχία, αλλά παρόλα αυτά στο πρόσωπό τους φαίνεται να την λατρεύουν με μια μύχια αφοσίωση ανούσιας και ρηχής καρδουλίασης, φωτό προφίλ η φατσάρα τους με τα μακριά γένια, το κούρεμα χιτλερικής νεολαίας, και το διοπτροφόρο ευαίσθητο αγελαδίσιο βλέμμα δύο εγκεφαλικών κυττάρων υπό κάποιο χρωματιστό φίλτρο να κοιτάζει κάπως αλληθωρα τον φακό ή δήθεν αφηρημένα στο πλάι και βουαλά: ιδού ο χίπστερ του 21ου αιώνα.


Δηλώνει περήφανα πως ειναι "καλλιτέχνης", και πιθανόν μέλος κάποιας αφανούς μπάντας που περιμένει να ανακαλυφθεί στα 30+ του. Ισως μάλιστα να έχει γράψει και ο ίδιος κανένα βιβλιάκι, κάποια κάκιστη μικρή νουβέλα ή μια ποιητική συλλογή με στίχους φρικτότερους και απο στίχους του Φοίβου σε χιτ της Βανδή. Σας βομβαρδίζει με "καλλιτεχνικές" σελφι του ή, αν είναι άσχημος, με δήθεν ψαγμένες φωτογραφίες από λεωφορεία, παλιά κτίρια, μνημεία, αδέσποτα και γενικά καθετί που έχει την ατυχία να βρεθεί στο διάβα του. Ποστάρει κακογραμμένα βλακώδη κειμενάκια επί παντός επιστητού, γεμάτα αερολογιες και βερμπαλισμούς που ξεπατίκωσε απο τη σχολή χωρίς καμία πρωτότυπη δική του σκέψη, που έχουν την αξίωση να είναι "βαθυστόχαστα".

Παρά την πλούσια γενειάδα, όμως, ο συγκεκριμένος τύπος δεν είναι ανατολίτης, αντιθέτως, δηλώνει υπέρ της ισότητας και ακτιβιστής, παρόλη την έκδηλη αντιφατικότητα αυτών των προσδιορισμών με τις ιδιότητές του. Αλλά αυτός είναι ο λευκός χίπστερ: ένας υποτίθεται "ψαγμένος"cis αστός που προσπαθεί απελπισμένα να ξεχωρίσει (να ποιοι είναι εντέλει οι ξεχωριστές χιονονιφάδες) και για αυτό υιοθετεί κάθε στοιχείο, παλιό ή νέο και οικειοποιείται αυθαίρετα την κουλτούρα των περιθωριακών προσπαθώντας να αναδειχτεί και θεωρώντας πως αυτό το κάνει με *στυλ*.

Πονάει για τις ταξικές διαφορές με *στυλ*, νοιάζεται για τις φυσικές καταστροφές με *στυλ*, διαδηλώνεις βγάζοντας σέλφι με *στυλ*.

Εντέλει, αυτό που καταφέρνει είναι να κάνει κάθε επιμέρους ρεύμα απελπιστικά μέινστριμ και να το αλλοιώσει. Από τη τζαζ και το υποείδος της μπιμποπ, από την πανκ μέχρι τις επιλογές ρουχισμού, ο χίπστερ έχει ξεπατικώσει όσα στοιχεία μειονοτήτων και μαύρης κουλτούρας θα μπορούσαν να στρέψουν τα βλέμματα πάνω του. Για αυτο και είναι ένας μοντέρνος περήφανος αποικιοκράτης, άξιος συνεχιστής των αιμοβόρων προγόνων του.

Το ισχυρότερο όμως σημείο της ταυτότητάς του είναι ένα: καπιταλισμός. Ο χίπστερ, παρόλο που δηλώνει περήφανα αναρχικός, αριστερός και καπηλεύεται κάθε είδους ιδεολογία που θα βρεθεί στο διαβα του και που μπορεί να καταστήσει το πακέτο του ελκυστικότερο, είναι πάνω από όλα ένα ον καταναλωτικό.


Βρίσκει ψυχική αγαλλίαση στις μάρκες, αντιλαμβάνεται τις αγοραστικές του επιλογές ως μορφή τέχνης και γίνεται ευχαρίστως μέρος του σόσιαλ μίντια καταναλωτισμού, μετατρέποντας τη ζωή του σε μια ροή "καλαίσθητης" αφήγησης, την οποία μας κάνει τη χάρη να μας την προσφέρει: πού τρώει, πού βγαίνει, τι φοράει, τι απόψεις έχει ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΝΤΑ, πόσο κοινωνικά ευαίσθητος είναι μέσα από ποστ που δεν έχουν κανένα αντίκτυπο στους κοινωνικούς αγώνες, πόσο φιλόζωος είναι (χωρίς να έχει βοηθήσει ποτέ στη ζωή του ένα αδέσποτο, αλλά τι πειράζει αφού κάνει λάικ) και γενικά ένας LOOK AT ME, WORSHIP ME, BASK IN MY GLORY τύπος που πιστεύει ότι είναι ξεχωριστός ενώ είναι ένα πανομοιότυπο βιομηχανικό προϊόν ακόμα και σε ειδοποιά στοιχεία ταυτότητας, όπως η αντίληψη της τέχνης, τα βιβλία που διαβάζει και οι ταινίες που παρακολουθεί.


To δοκίμιο του Πιερρό είναι αρκετά χαώδες θεματικά, παρόλα αυτά θίγει, επιγραμματικά, πολλά σημαντικά στοιχεία για την κατανόηση της συγκεκριμένης υποκουλτούρας που διέπει τις μέινστριμ (αλλά υποτίθεται περιθωριακές) τάσεις του σήμερα. Ο συγγραφέας αντλεί το κυρίως υλικό του από τη μελέτη του Mark Greif, What was the Hipster: A sociological investigation, αν και δεν καταφέρνει να το δομήσει επιτυχώς γραμμικά και συχνά στα κεφάλαιά του πηδά από το ένα θέμα στο άλλο.


Στο τελευταίο κεφάλαιο θίγει για λίγο και το κομμάτι του ΜΚΔ αλλά με πολύ βιαστικό τρόπο, καθώς φαίνεται να μην έκανε περαιτέρω έρευνα με άλλους τίτλους, εκτός του βιβλίου του Greif που γράφτηκε το 2010 και συνεπώς δεν είχε πλήρη συνείδηση του πώς επηρεάζει το φαινόμενο η συμμετοχή στα ΜΚΔ.



Παρόλα αυτά, τα τέσσερα συνοπτικά κεφάλαια είναι πλούσια σε πληροφορίες και σου δίνουν το έναυσμα να εντρυφήσεις σε επιμέρους βιβλιογραφία για όσα επιγραμματικά αναφέρονται.


Η έκδοση των Αντιπόδων είναι, ωστόσο, για ακόμα μία φορά λειψή. Ξεκινάω από το ότι το βιβλίο, ξανά, δεν διέθετε πρόλογο ή επίλογο, πέραν της εισαγωγής που βρίσκει κανείς και στην αγγλική έκδοση (χωρίς την εισαγωγή του αρχικού εκδότη που δίνει αρκετές πληροφορίες)

Δεν αναφέρεται πουθενά, πέρα από μια μικρή σημείωση στο βιογραφικό του συγγραφέα κάνοντας λόγω για "διαδικτυακές εκπομπές" πως το Decolonize that! είναι σειρά βιβλίων και podcast (συγκεκριμένα οι υπόλοιποι, εξίσου ενδιαφέροντες τίτλοι, διαφορετικών συγγραφέων, είναι Decolonize Drag, Decolonize Multicultularism, Decolinze Self-Care, Decolonize Environmentalism, Decolonize Journalism και Decolinize Museums).


Το μεγαλύτερο αρνητικό όμως είναι η μετάφραση. Πολύ πρόχειρη και αρκετά αλλοπρόσαλλη στις επιλογές κάποιων μεταφραστικών όρων. Δεν υπερβάλλω λέγοντας πως μου ήταν σε αρκετά χωρία ευκολότερο να διαβάσω το δοκίμιο στα αγγλικά, παρά στα ελληνικά. Το διάβασα έχοντας παράλληλα και την γερμανική και την αγγλική έκδοση και διαπίστωσα πως αρκετές από τις ελληνικές μεταφραστικές επιλογές μπερδεύουν εντέλει το κείμενο.


Συνοπτικά αναφέρω μερικά παραδείγματα:

Αs their old digs became a hub for luxury condos and hip bars: "καθώς οι παλιές χαμότρυπες συγκέντρωναν πια πολυτελή συγκροτήματα κατοικιών και φασέικα μπαρ"

Η επιλογή να μεταφραστεί το hip bar με τον νεολογισμό "φασέικο" δεν έχει καμία λογική και δεν είναι και ορθή νοηματικά. Το hip bar εννοείται στο κείμενο ως μέρος που επιλέγουν οι χίπστερς, δεν ξέρω από πού συνάγεται το συμπέρασμα πως αποτελούν bars όπου κυριαρχεί η "φασέικη" αντίληψη. Για όλα τα μέρη δεν θα μπορούσαμε γενικόλογα να το πούμε αυτό; Πώς αιτιάζεται η επιλογή ενός slang όρου που δεν έχει καλά καλά καθιερωθεί στα ελληνικά; Στο γερμανικό κείμενο αποδίδεται μεν ως hippen αλλα ειναι ευκόλως εννοούμενο πως εννοείται το χιπστερικό και όχι απαραίτητα το μπαρ όπου γίνεται μπαλαμούτι, αλλά, πολύ ξεκάθαρα, το "τρέντυ" μέρος. Σε άλλο σημείο του ελληνικού κειμένου ωστόσο, το hip παραμένει αμετάφραστο γεγονός που συνηγορεί πως η αρχική επιλογή του όρου "φασέικο" έγινε για ακατανόητους λόγους μετατροπής του κειμένου σε μια ιδιότυπη νεοελληνική αργκό. Ο Πιερρό χρησιμοποιεί μεν απλή γλώσσα, αλλά πχ το "Look at that fucking hipster" (χωρίς θαυμαστικό, που αναφέρεται σε ομότιτλο μπλογκ στο Tumblr και παράλληλα μας εισάγει στο πρώτο κεφάλαιο περιγράφοντάς μας έναν τυπικό χίπστερ) γίνεται αναίτια "Κοιτάξτε ρε τον κωλοχιπστερά".

Στη συνέχεια, το tousled undercut κούρεμα μεταφράζεται ως "το ατημέλητο κούρεμά του, τα μαλλιά ξυρισμένα στο πλάι" ενώ σε άλλο σημείο του βιβλίου το undercut παραμένει αμετάφραστο (όπως κατά τη γνώμη μου θα έπρεπε να μείνει εξαρχής αφού δηλώνει ένα συγκεκριμένο κούρεμα, και το tousled αναφέρεται ακριβώς σε αυτό: ξυρισμένο κεφάλι με μακριά κορυφή, χωρίς όμως να είναι ατημέλητο [ίσως το νόημα θα σωζόταν αν ο μεταφραστής επέλεγε να πει "επιμελώς ατημέλητο].

Παρόμοια σύγχυση συμβαίνει και με τον όρο fashy που σε κάποια χωρία μένει αμετάφραστος και σε άλλα μεταφράζεται ως "φασιστικό", κάτι που δεν είναι ακριβές αφού, παρόλο που εννοείται το "φασιστικό", αποτελεί συντομογραφία, ενω στην αγγλική είναι επίτηδες συγκεχυμένο ορθογραφικά με το fashion, ώστε να υποκρύπτεται η φασιστική χροιά του και να αναδεικνύεται ο υποτίθεται ειρωνικός χαρακτήρας του. Με την ελληνική μετάφραση χάνεται αυτό το διττό σημαινόμενο.

Αν λοιπόν κάποιος έχει την ευχέρεια να διαβάσει όλο το κείμενο στο πρωτότυπο, προτείνω να προτιμήσει χωρίς δεύτερη σκέψη την αγγλική έκδοση.

Δευτέρα 9 Οκτωβρίου 2023

Για τον Pynchon

 Το βιβλίο Για τον Pynchon, του Θανάση Μηνά, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις, πρόκειται, σε γενικες γραμμες, για ενα σχετικώς χαριτωμένο τομίδιο που αποτελείται από επιφυλλιδικού τύπου κείμενα που έχουν δημοσιευτεί σε sites/blogs σχετικά με τον Πύντσον και που θίγουν περιμετρικά κάποια κομβικά, για τον συγγραφέα, σημεία του έργου του.

Υπάρχουν ωστόσο αρκετές αστοχίες που θα αναφέρω εν συνεχεία, καθώς και λάθη επιμέλειας.
Καταρχάς, τα περισσότερα κείμενα μοιάζουν να μην έχουν ξεκάθαρο στόχο και να μην καταλήγουν σε ευδόκιμη κατεύθυνση σχετικά με το έργο του Πύντσον, αλλά αποτελούν απλώς ενδιαφέροντα, για καποιους, trivia για ορισμένες λεπτομέρειες στα βιβλια του Πύντσον και τις ιστορικές προεκτάσεις τους.
Σε αρκετές περιπτώσεις ο συγγραφέας καταφεύγει σε συμπεράσματα τα οποία θεωρεί πως είναι κοινοί τόποι κι έτσι δεν μπαίνει στον κόπο να επιχειρηματολογήσει εκτενέστερα ή προβαίνει σε αξιολογικές κρίσεις που είναι κατά πολύ αποφθεγματικές, περιπτωσιολογικές και πλήρως υποκειμενικές, με αποτέλεσμα ο χαρακτήρας του δοκιμίου να θολώνει.

Στο κεφάλαιο που μιλά για το Mason και Dixon, παρασύρεται σε μια ασκόπως πολυσέλιδη ανάλυση της Σκωτσέζικης επανάστασης όπου δίνονται υπερβολικά πολλές και αχρείαστες λεπτομέρειες για γεγονότα που δεν αφορούν διόλου τον Πύντσον, με αποτελεσμα το κείμενο να ξεφεύγει κατά πολύ από μια λογοτεχνική προσέγγιση και να καταντά φλυαρία, χαρακτηριστικό που μάλλον δεν θα κινήσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη, αν υποθέσουμε ότι αγόρασε το βιβλίο για να εντρυφήσει στην λογοτεχνία του Πύντσον και όχι για να διαβάσει μια συνοπτική εκδοχή της Σκωτσέζικης ιστορίας απο έναν δημοσιογράφο.

Ευτυχώς δεν συμβαίνει το ίδιο στο κεφάλαιο που καταπιάνεται με το Έμφυτο Ελάττωμα, όπου αναλύονται πολλές από τις pop culture αναφορές του Πύντσον και δίνονται ευσύνοπτα και χωρις πλατειασμούς ενδιαφέρουσες πληροφορίες για την σχέση των Beach Boys με το Μάνσον, που παίζουν, αμφότεροι και εξίσου, το ρόλο τους στο μυθιστόρημα.
Στο κεφάλαιο για το Against the day, από την άλλη, ο συγγραφέας αναλώνεται υπερβολικά στην ανάλυση του Western κομματιού, το οποίο δεν καλύπτει καν όλο το βιβλίο, και, παρόλο που οι κινηματογραφικές και λογοτεχνικές συσχετίσεις που αποτολμά είναι ενδιαφέρουσες, θα προτιμούσα μια ανάλυση που θα εξερευνά τις σχεσεις του Πύντσον όχι τοσο με τους σύγχρονούς του λογοτέχνες του Αμερικανικού Γουέστερν (θα περίμενα, έστω, να τον έφερνε σε αντιπαραβολή με τον αρκετα πιο συγγενεύοντα Ροθ και οχι με τον Μακάρθυ) αλλά με τις ξεκάθαρες επιρροές του, που είναι ο Τζοις, ο Ναμπόκοφ κ.ά.

Όσον αφορά την επιμέλεια, υπάρχουν κάποια λάθη ειδικά προς το τέλος του βιβλίου. Δεν ξερω αν αφορούν τον ευκαιριακό χαρακτήρα των κειμένων, αλλά σε κάποιες περιπτώσεις οι προτάσεις ξεκινούσαν νοηματικά σαν να ήθελαν να καταλήξουν σε ένα συμπερασμα το οποίο φαίνεται να ξεχνάει ο συγγραφέας στην πορεία. Υπάρχει ωστόσο, σε όλο το βιβλίο, καλός χειρισμός του λόγου, χωρίς να ξεφεύγει συχνά από τον έλεγχο του γράφοντος.

Ύστερα, στη σελίδα 140, συναντάμε ένα πολύ σημαντικό λάθος. Ο Ναμπόκοφ στο Πανεπιστήμιο του Κορνελ δεν δίδασκε creative writing αλλά Ρωσική και Ευρωπαϊκή Λογοτεχνία. Μεγάλη αβλεψία, αφού οι διαλέξεις του Ναμπόκοφ στο Κορνελ είναι το λιγότερο ιστορικές (για να μην πω μυθικες) και σημαντικότατες στη λογοτεχνική κριτική θεωρία.

Τέλος, ο Θανάσης Μηνάς, όπως και άλλοι θαυμαστές του Πύντσον, αποφαίνεται ενθέρμως καταφατικά σχετικά με την περιβόητη ποιότητα των μεταφράσεων του Κυριαζή, κάτι που προσωπικά δεν διαπίστωσα στο Έμφυτο Ελάττωμα που διάβασα πρόσφατα και για το οποίο έχω επιχειρηματολογήσει εκτενώς με παραδείγματα. Θα ήθελα και από τους υποστηρικτές της αντίθετης άποψης, ένα πλήρες κείμενο με παραδείγματα και με επιχειρήματα που να αποδεικνύει την ισχυριζομενη αναντίρρητη ποιότητα των εν λόγω μεταφράσεων. Φυσικά, θα πρέπει να αναγνώσει κάποιος όλα τα έργα για να βγάλει ασφαλές συμπέρασμα, αλλά με τις έως τώρα κρίσεις, φαίνεται να θεωρούνται πλήρως αριστουργηματικές οι συγκεκριμένες μεταφράσεις, κάτι που σίγουρα δεν ισχύει, τουλάχιστον για ένα από τα βιβλία, όπως κατέδειξα, το οποίο αναμφίβολα περιέχει σημαντικό αριθμο αστοχιών.

Παρασκευή 6 Οκτωβρίου 2023

Έμφυτο Ελάττωμα

 Το Έμφυτο Ελάττωμα (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2011) αποτελει πρώτα από όλα μια συνειδητή απομίμηση του νουάρ, χρησιμοποιώντας παρωδιακά πολλά χαρακτηριστικά πλοκής και αφήγησης των αστυνομικών μυθιστορημάτων. Αυτό φυσικά δεν καταργεί το ότι αποτελεί, παρόλα αυτά, ένα αστυνομικό βιβλίο που πότε παίρνει τον εαυτό του στα σοβαρά, πότε όχι. Αυτή η αμφισημία ειναι που εντελει πληττει αρκετα το συνολο του μυθιστορηματος αφου ο αναγνωστης βρισκεται ερμαιο των προσληψεων χωρις να υπαρχει μια ξεκαθαρη χροιά απο τον ιδιο το συγγραφεα.


Το βιβλίο δεν αφορά, όπως πολλοί γράφουν, την δεκαετία του 60', όσο αυτή εκτυλίσσεται. Είναι μια ελεγεία σε κάτι που έχει ήδη τελειώσει, σε μια εποχή αθωότητας που έχει ανεπιστρεπτί παρέλθει. Αυτό το βλέπουμε από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου, όπου η Σάστα συμβολοποιείται ενσαρκώνοντας αυτό ακριβώς το παιδικό και χαμένο παρελθόν: Does it ever end, he wondered. Of course it does. It did.

H Σάστα ενσαρκώνει επίσης και κάθε ρομαντική υπόνοια που μπορεί να υπάρξει σε αυτό το βιβλίο, αλλά και κάθε υπόκωφο πόθο του πρωταγωνιστή, που χωρίς εκείνη, χωρίς να υφίσταται μαζί της στην ελευθεριακή εποχή της δεκαετίας του 60', έχει απωλέσει την αυθεντικότητα των πράξεων, της ύπαρξής του, ακόμα και της σεξουαλικότητάς του.
Μέσα σε όλη την φασαρία των ναρκωτικών, των μαφιόζων και των πυροβολισμών, ξεπηδά αυτός ακριβώς ο φόβος: ο Ντοκ φοβάται πως κάποτε όλα αυτά θα παρέλθουν, πως η δεκαετία του 60', αυτό το μαστουρωμένο όνειρο, θα τελειώσει. Όπως μας πληροφορεί βέβαια εμμέσως από τις πρώτες σελίδες, έχει ήδη τελειώσει. Και ο επίλογος του βιβλίου το επιβεβαιώνει. Έτσι το βιβλίο τοποθετείται μνημιακά στα μέσα του 1970 εντος μιας κατάστασης και ενός zeitgeist που έχει πια παρασοβαρέψει και που οδηγείται πλέον κάπου αλλού.

Κατά τη γνώμη μου το Inherent Vice έχει άμεση σχέση και προοικονομεί το αμέσως επόμενο βιβλίο του Πύντσον, δηλαδή το Bleeding edge.
Ειδικά οι τελευταίες σελίδες του βιβλίου (και εκπλήσσομαι που δεν το αναλυουν επίσημοι σχολιαστές του Πύντσον) αποτελούν άμεση αναφορά στην έλευση της ψηφιακής εποχής που εξερευνάται στο Bleeding Edge.


Το Λος Άντζελες μοιαζει η ιδανικη τοπογραφια για την εξερευνηση των θεματων της παρακμης. Απο την μία ειναι ο τοπος της επαγγελίας του Αμερικανικού Ονείρου, από την άλλη όμως είναι και το κολαστήριο της διάψευσης.

Το L.A του Πύντσον βεβαια δεν είναι η αθώα, ανοιχτή και αχανής γοητευτική κοιλάδα που βλέπουμε στον Φάντε και σε άλλους "angelenos" των αρχών του 20ου αιωνα, όταν η πόλη άρχισε να πρωταγωνιστει σε μυθιστορηματα, αλλά μία σχηματισμένη πολιτεία που έχει ήδη διαφθαρεί. Όλοι όσοι, στη διάρκεια της μεγάλης οικονομικής ύφεσης, μετοίκησαν στην κοιλάδα για μια καλύτερη τύχη, έχουν πλέον ριζώσει στην ιδιότροπη, ανέμελη και συνάμα ανελέητη εγκληματικότητά της.

 Η πολιτεία του Inherent Vice είναι λοιπον ένα μερος επιφανειακό, λαμπερό και συναμα κατι βρωμικο και διεφθαρμένο, χαρακτηριστικά που αντικατοπτρίζονται και στην μυθιστορηματική του σκηνογραφια: μας αφηνει να περιηγηθουμε στις φτωχές γειτονιές και στα βρώμικα φαγάδικα, στις επαύλεις και στα ύποπτα γυαλινα πανοπτικά όπου στεγάζεται το διεφθαρμένο σύστημα. Μας φερνει δηλαδη συνεχως αντιμετωπους με αντιθέσεις, που εντέλει καταλήγουν να αφορούν το ίδιο ακριβώς πράγμα, ένα μείγμα δυσδιακριτο και υποπτο που τελικα αφανίζει το ίδιο τα συστατικά του και εξατμίζεται δυσοίωνα στην ομιχλώδη ανατολή μιας νεας εποχης.


Σχόλια για την εγκληματικοτητα και τον ρατσισμό είναι παροντα έμμεσα ή άμεσα σε όλο το βιβλίο. Η σύλληψη του Μάνσον οχι μονο δεν παταξε την εγκληματικοτητα και το φοβο, αλλα ενετεινε το κλίμα παράνοιας και υποψιων, ενώ εγινε και αφορμή για παραβιάσεις της ελευθερίας των πολιτών με συνεχείς ελέγχους.

Ύστερα, βλέπουμε παντού ναρκωτικά: ηρωΐνη, χόρτο, κόκκα. Τα ναρκωτικά αποτελούν τον πραγματικό χάρτη της πόλης, μέρη που βρίσκεις και που δεν βρίσκεις, περίοδοι που είσαι ευτυχισμένος στις ψευδαισθήσεις της σκόνης και άλλες που είσαι δυστυχισμένος σε μια πραγματικότητα που δυσκολεύεσαι να πιστέψεις.

Το Λος Άντζελες καταληγει ετσι να ειναι ταυτόχρονα φαντασιακό, απείκασμα των ψευδαισθήσεων της πρέζας, αλλά και υπαρκτό, με το όριο μεταξύ των δύο να λιώνει κάτω από τον καυτό ήλιο της κοιλάδας. Η ομίχλη ως θέμα και σκηνικό μέρος της αφήγησης επανέρχεται αμέτρητες φορές και δίνει το ξεκάθαρο στίγμα της απαισιοδοξίας που, μετά το πανηγύρι, οδηγείται στον ρεαλισμό του τέλους.


Η πραγματικότητα και η ψευδαίσθηση συγχέονται σε όλο το μυθιστόρημα, ενώ υπάρχουν στιγμές που ο ηρωας και συνεπώς και ο αναγνώστης δεν είναι σιγουροι για το αν τα όσα εκτυλίσσονται είναι η πραγματικότητα ή κάποια σκοτεινή και χρονοβόρα παραίσθηση.

Η αφήγηση διεπεται από νοσταλγία, ωστόσο το χαρακτηριστικό του βιβλίου είναι ο ζωντανός διάλογος. Αυτό δεν είναι απαραίτητα θετικό αφού σε πολλά σημεία καταλήγει σχεδόν αντιλογοτεχνικό και αφοσιώνεται, μάλλον συνειδητά, σε μια κινηματογραφική αναπαράσταση (δεν είναι τυχαίο που το βιβλίο λίγα χρόνια μετά την έκδοσή του έγινε ταινία)

Ωστοσο, παρόλη την πυκνότητα των διαλόγων, την βαρύτητα των μιμιδιακών φράσεων και τις πληθωρικές αναφορες σε ιστορικα γεγονότα και καλτ περιστατικά της ποπ κουλτούρας που μας μεταφέρει ο Πύντσον, το βιβλίο παραμένει αναποφάσιστο ως προς τον χαρακτηρα του.
Σε μία σελίδα θα συναντήσουμε όμορφες και ατμοσφαιρικές αποφάνσεις όπως αυτή:

"Εχει ξανασυμβεί αυτό, να σκοτώνει κάποιος έναν άνθρωπο που πηδάει ή που αγαπάει, οι ψυχίατροι, οι σύμβουλοι και οι δικηγόροι δεν μπορούν να κάνουν και πολλά πράγματα, απομακρύνεσαι από τις λεωφόρους και βρίσκεσαι πάλι σε τόπους αφιλόξενους όπου αυτοί οι άνθρωποι που πάντα σου λένε πώς να φερθείς δεν έχουν πλέον καμία δικαιοδοσία, και όλη η Νότια Καλιφόρνια, είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο, ανήκει στους κακούς",
οι οποιες σε βάζουν βαθια μέσα στο κλίμα της απεγνωσμένης διαφθοράς και της ηθικής κατάπτωσης, και μετά η ατμόσφαιρα θα ελαφρύνει απότομα με κάποιο σεξουαλικό αστείο.

Αυτό δεν αφήνει τον αναγνώστη να λάβει μια ξεκάθαρη εικόνα για τις προθέσεις του Πύντσον κατι που πλήττει σε αρκετές περιπτωσεις την σοβαρότητα της πλοκης.
Η πλοκή, συγκεκριμένα, παρότι μοιάζει από την μία δουλεμενενη απο την αλλη χαώδης και παρόλο που αποτελει βασικό στοιχείο της αφήγησης, εντέλει αποδεικνύεται ότι μικρή σημασία έχει. Όλα φαίνεται να αποτελούν ένα ζαλιστικό πρόσχημα για να μας ξεναγήσει ο πυντσονικός αφηγητής (που αφήνεται σε πολλά σημεία να εννοηθεί πως είναι κάποιος μάρτυρας των περιστατικών από τον κύκλο του Ντοκ) σε μια συγκεκριμένη πολη και έναν συγκεκριμένο χρόνο που φαίνεται να θεωρούνται ως κομβικό χωροχρονικό σημείο από τον ίδιο τον Πύντσον.

 Φυσικα υπαρχει παντα και η δυνατότητα να μην ασχοληθει καποιος με την πλοκη αλλα να αντιμετωπίσει το βιβλιο ως την επιτυχημένη και λεπτομερη αναπαράσταση μιας εποχής. Κατά αυτον τον τροπο, όμως, το μυθιστόρημα καταφέρνει να γινει περισσότερο ένα, παραδόξως, πιστό, σχεδόν φωτογραφικό απόσπασμα χρονου, παρά μια γοητευτική λογοτεχνική αφήγηση.


Όσον αφορά τη μετάφραση, δυστυχώς δεν είναι ιδιαίτερα προσεκτική, χωρίς να επιθυμώ να θίξω γενικά την μεταφραστικη δεινότητα του κ. Γιώργου Κυριαζή που έχει κάνει τη μετάφραση. 
Για παράδειγμα, το unsold pilots μεταφράζεται ως "απούλητοι οδηγοί σειρών" κάτι που φυσικά είναι εντελώς αδόκιμο στην ελληνική γλώσσα. Εκτός του ότι η έννοια "πιλοτικός" χρησιμοποιείται και στα ελληνικά, άρα η μετάφραση θα μπορούσε να είχε γίνει πολύ πιο ομαλά, το "οδηγοί σειρών" για την έννοια του δοκιμαστικού επεισοδίου δεν βγάζει νόημα στην ελληνική γλώσσα. Θα ήταν προτιμότερο δηλαδή να έμενε ακόμα και αμετάφραστο.
Επίσης, το polaroid μεταφράζεται ως... στιγμιαίες φωτογραφίες. Το polaroid είναι καταρχάς brand name που έχει εξελιχθεί σε λέξη της καθομιλουμενης και δεν θα ήταν καθόλου αφύσικο να το κρατήσει αμετάφραστο αφού χρησιμοποιείται αρκετά κατανοητά και από Έλληνες ομιλητές. Θα ήταν δηλαδή σαν να αποφάσιζε να μεταφράσει την κόκα κόλα ως..."ανθρακούχο αφέψημα".


Στη συνέχεια, σε όλο το βιβλίο ο Πύντσον επαναλαμβάνει το whatever και το groovy ως ιδιόλεκτο και όχι τοσο ως μεταφράσιμες λέξεις με σημαινόμενο εντός των προτάσεων. Ειναι δηλαδη λεξεις που οι ηρωες λενε ξανα και ξανα, ως χαρακτηριστικο της ομιλιας τους. Το groovy στον Κυριαζή μεταφράζεται ευκαιριακά ανάλογα με τα σημαινόμενα (το πιο πετυχημένο απο τις επιλογες ηταν το φινα, αλλα δυστυχως δεν το κρατησε, εστω, σταθερο σε ολο το βιβλιο), κάτι που εξαφανίζει εντελώς την συγκεκριμένη λέξη ως επωδό στους διαλογους ενώ το whatever μεταφράζεται ως "και τα λοιπά".

Κατά τη γνώμη μου το whatever είναι που έπρεπε να μεταφράζεται ευκαιριακά ανάλογα με τα σημαινόμενα και τον ομιλητή, αφού σε αρκετές περιπτώσεις είχε τον χαρακτήρα του "τελος πάντων", ενώ το εμμονικα χρησιμοποιουμενο "και τα λοιπά" αφήνει στον Έλληνα αναγνώστη την λανθασμενη υποψία πως ο ομιλητής εννοεί μια υπολειπόμενη σειριακή απαρίθμηση που δεν κατανομάζει, κάτι που δεν είναι ακριβές νοηματικά. Αυτό δεν είναι καθόλου αμελητέο σε ένα βιλίο που στηρίζεται στην ιδιόλεκτο για να στήσει την ατμόσφαιρά του.
Ένα ακόμα σημείο που θέλω να αναφέρω, είναι ένα πολύ όμορφο απόσπασμα στο πρωτότυπο: "She grew unflirtatious, almost somber. Her beauty deepening somehow".

Εδώ, δηλαδή, περιγράφεται η απώλεια της αρχικης ζωηρότητας με τον ερχομό μιας ξαφνικής μελαγχολίας που, παραδόξως, κάνει το πρόσωπό της, να γίνει πιο όμορφο μέσω της θλίψης. Το deepening λοιπόν έχει πολυ ξεκαθαρα την έννοια της έντασης, με συνώνυμα το vivid, το intense και κυρίως το penetrating. Η ομορφιά της έγινε, παραδόξως, πιο ελκυστική, αναδειχτηκε λόγω της ξαφνικής σοβαρότητας. Αυτό λοιπόν το πολύ όμορφο χωρίο το μεταφράζει ο κ. Κυριαζής λανθασμένα, ως εξής: "Εκείνη έχασε κάθε τσαχπινιά κι έγινε σχεδόν μελαγχολική. Η ομορφιά της σκοτείνιασε"
Ο μεταφραστής φαίνεται αγνοεί τελείως το αντιθετικό somehow και μεταφράζει για άγνωστο λόγο το deepening ως σκοτείνιασμα, κάτι που πλήττει όλη την πυνστονική σκηνή και τις λεπτές αποχρώσεις που παίρνει η έκφραση της ηρωίδας στα μάτια του Ντοκ.

Θα πρότενα, εν κατακλείδι, να επιλεξει κάποιος, αν έχει την σχετική ευχέρεια, να διαβάσει το κείμενο στο πρωτότυπο, αφού έτσι κι αλλιώς, πρακτικά, μεγάλο μέρος των αναφορών του Πύντσον, δεν μπορούν να μεταφραστούν επακριβώς στην ελληνική. 

Ραδιοκασετόφωνο, Ιάκωβος Ανυφαντάκης

Το Ραδιοκασετόφωνο αποτελεί μια καλοστεκούμενη νουβέλα στην οποία, εκτός των άλλων, καταδεικνύεται και η μεγάλη συγγραφική εξέλιξη του Ανυφα...