Κυριακή 25 Φεβρουαρίου 2024

Ραδιοκασετόφωνο, Ιάκωβος Ανυφαντάκης

Το Ραδιοκασετόφωνο αποτελεί μια καλοστεκούμενη νουβέλα στην οποία, εκτός των άλλων, καταδεικνύεται και η μεγάλη συγγραφική εξέλιξη του Ανυφαντάκη σε σχέση με το πρωτόλειό του, Αλεπούδες στην πλαγιά (αναφέρομαι σε αυτό, καθώς είναι το μοναδικό άλλο βιβλίο του συγγραφέα που διάβασα) Οι Αλεπούδες είχαν ορισμένα υφολογικά και τεχνικά προβλήματα (μπορείτε να ανατρέξετε στην αναλυτική μου κριτική στο goodreads) που στο Ραδιοκασετόφωνο δεν συναντάμε. Διατηρώ κι εδώ κάποιες μικρές ενστάσεις τις οποίες θα αναπτύξω παρακάτω, χωρίς, όμως, αυτά τα μικρά ελαττώματα που διέκρινα, να μειώνουν την αρτιότητα του βιβλίου. 

  Η αφήγηση στο Ραδιοκασετόφωνο εκτυλίσσεται χωρίς υπερβολές αλλά και χωρίς λογοτεχνικές εκπτώσεις. Παρότι, δηλαδή, η γλώσσα που χρησιμοποιείται είναι απλή, υπάρχει στρωτός εσωτερικός ρυθμός που δένει στο κείμενο και το κάνει να κυλάει αρμονικά. O Aνυφαντάκης χειρίζεται με άνεση και ευστοχία όλες τις υφέρπουσες θεματικές που διανθίζουν τη νουβέλα και για τις οποίες θα κάνω λόγο στη συνέχεια. 

 Αλλά ας ξεκινήσω από τις ενστάσεις. Η πρώτη ένστασή μου έχει να κάνει με την παρουσίαση των σόσιαλ μίντια από μία αποκλειστικά ανδρική οπτική. Ενώ ο Ανυφαντάκης καταλλήλως τοποθετεί τη γνωριμία του Ηλία με τη Νικόλ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (γνωρίζονται μέσω instagram), η αποτύπωση της γυναικείας σόσιαλ μίντια παρουσίας έχουσας ως απότοκο την διέγερση του ανδρικού πόθου, η σκιαγράφηση της Νικόλ αποκλειστικά ως "πέτρας σκανδάλου" ("του είχε διαλύσει τη ζωή, από την πρώτη φωτογραφία της που είχε δει στο instagram"), το κλισέ της όμορφης instagrammer που από κοντά δεν ικανοποιεί πλήρως το ανδρικό βλέμμα (σελ 29) και γενικά η νεαρή γυναίκα ως ενσάρκωση ή διάψευση των ανδρικών προσδοκιών, είναι μια μονομερής αφήγηση που δεν αποτυπώνει την πραγματικότητα ως έχει. Παρότι τα "ελαττώματα" που διακρίνει ο Ηλίας στην πραγματική Νικόλ, σε σχέση με την ψηφιακή, την κάνουν πιο ποθητή στα μάτια του , αφού την καθιστούν πιο οικεία, αυτό που τον ελκύει κατά βάθος είναι η ευαλωτότητα της πραγματικής Νικόλ σε σχέση με την εικόνα της στα ΜΚΔ, δηλαδή η Νικόλ ως τρωτή φιγούρα θηλυκότητας που επιβεβαιώνει τον ανδρικό σοβινισμό. Εξίσου σημαντικός στο ειδύλλιο τους ειναι, κατά την γνώμη μου, και ο πόθος που δημιουργεί στους άλλους άνδρες με τη σχετική απήχηση που έχει στο instagram, η οποία κολακεύει το εγώ του Ηλία και τον κάνει να αντιμετωπιζει τη Νικόλ ως ένα προς κατάκτηση -ή καλύτερα προς αγορά-τρόπαιο. 

  Σε συνέντευξή του ο συγγραφέας αναφέρει πως ήθελε να αφηγηθεί κυρίως μια ερωτική ιστορία. Αυτό δεν επιτυγχάνεται διόλου. Ο Ηλίας είναι ένας αντιήρωας και το ειδύλλιό του με τη Νικόλ διαρθρώνεται κωμικοτραγικά. Αν η πρόθεσή του συγγραφέα ήταν άλλη, αυτό δεν γίνεται φανερό στο κείμενο, αφού διάχυτη είναι κυρίως η ειρωνεία, κάτι που φυσικά δένει αρμονικότερα με το ύφος του βιβλίου. Ο τρόπος που ο Ηλίας αντιμετωπίζει τη Νικόλ, ως ακόμα ένα προϊόν που όφειλε να του χαρίσει την ευτυχία, ταιριάζει έξοχα στη χαρακτηροδομή του. 

  Ο συγγραφέας έχει δηλώσει πως δεν επικεντρώνει τόσο στο φύλο, ωστοσο, παρότι ίσως να μην ήταν αυτή η πρόθεσή του, νομίζω πως είναι  έκδηλη η ανδροκεντρική οπτική, όπως αναφέρω και παραπάνω. Για μένα αυτό το χαρακτηριστικό λαμβάνει αρνητικο πρόσημο αφού περιορίζει τη νοηματική ανοιχτότητα του κειμένου.
 Πιο συγκεκριμένα,  τόσο στις Αλεπούδες, όσο και στη συγκεκριμένη νουβέλα, δεν συναντάμε αληθοφανείς και αδρούς γυναικείους χαρακτήρες. Δεν νομίζω πως αυτό γίνεται σκόπιμα από τον συγγραφέα, ωστόσο είναι ένας τομέας στον οποίο θα πρέπει να πειραματιστεί συγγραφικά. Πώς θα ήταν για παράδειγμα η συγκεκριμένη ιστορία ειδομένη από τα μάτια της Νικόλ; Θα ήθελα να δω τον Ανυφαντάκη να επιλέγει μια γυναίκα πρωταγωνίστρια. Όχι γιατί πρακτικά θα υπάρξουν διαφορές στον τρόπο αφήγησης ή διάπλασης του χαρακτήρα, αλλα γιατί κοινωνικά, όταν επιλέγει να μιλάει για τις ανθρώπινες σχέσεις παρουσιάζοντας μόνο την οπτική του κεντρικού πρωταγωνιστή, που τυγχάνει cis άνδρας, παρουσιάζει αυτομάτως μια λειψή οπτική. 

 Πέραν αυτών των κωλυμάτων, το βιβλιο διέπεται από  ιστορικό υπόβαθρο, εύσχημα εντοιχισμένο σε ένα παρελθοντικό αφηγηματικό φόντο. Οι πολιτικές εμπειρίες του Δημήτρη συνεισφέρουν στην αντίθεση μεταξύ των ισορροπιών του παρόντος και του παρελθόντος. Ο πατέρας του Ηλία θυσίασε την προσωπική του ευχαρίστηση για το συλλογικό καλό αλλά και για την οικογένειά του, κάτι που ο Ηλίας δεν ένιωσε αναγκασμένος να πράξει. Άλλωστε ο Ηλίας βρίσκεται στο μεταίχμιο μεταξύ των δύο χρονοκόσμων που παρουσιάζονται, χωρίς να μπορεί να αποδώσει με τις πράξεις του ένα ιδεολογικό φορτίο που θα τον κάνει να νιώσει ενήλικος, κύριος του εαυτού του και συνειδητοποιημένος. Είναι λοιπόν ένας απολιτίκ άνθρωπος της μετανεωτερικότητας και οι μόνες προσεγγίσεις της ευχαρίστησης ή της ευτυχίας που δύναται να αποτολμήσει σχετίζονται με τον καταναλωτισμό και με μια επίφαση υλικής ευδαιμονίας μέσω της επιφανειακής έννοιας της επιτυχίας.

  Εδώ ο συγγραφέας αποτυπώνει επιτυχώς ένα χαρακτηριστικό των καιρών μας, το οποίο συναντάται κυρίως σε τουριστικές περιοχές, όπως η Κρήτη και άλλα νησιά, δηλαδή την ανισοβαρή, σε σχέση με το υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο, οικονομική επιτυχία ορισμένων. Ο Ηλίας δεν είναι υπερβολικά πλούσιος, είναι αυτό το είδος του νεόπλουτου επιχειρηματία της μεσαίας τάξης, του οποίου την ανάδειξη επιτρέπει κατά περιπτώσεις ο καπιταλισμός. Μέσω του σόσιαλ μίντια μάρκετινγκ και της καλής προώθησης, καταφέρνει να δημιουργήσει (έχοντας βέβαια ένα αρχικό κεφάλαιο) ένα υποτυπώδες brand, φυτρώνοντας τυποποιημένες επιχειρήσεις με κιτς αισθητική, χωρίς ίχνος πρωτοτυπίας, χωρίς ουσιαστικό προϊόν και χωρίς ελπίδες διαχρονικότητας. Συναντάμε αρκετές τετοιες επιχειρήσεις στο αστικό τοπίο που, συχνά, εξαφανίζονται το ίδιο εύκολα με την ξαφνική τους ανάδυση. 

 Ο Ηλίας ασχολείται, μάλιστα, και με κρυπτονομίσματα και δείχνει να ενσαρκώνει έναν αφιλοσόφητο αριβίστα που δεν μπορεί να συνειδητοποιήσει πώς η ατομική του ευμάρεια ζημιώνει τους γύρω του και ίσως και τον ίδιο, αφού δεν καταφέρνει να βιώσει αυθεντική ευχαρίστηση με την ζωή του και, από ό,τι φαίνεται, δεν θα μπορούσε να είναι ευτυχισμένος ακόμα κι αν η Νικόλ επέστρεφε σε εκείνον, γιατί, στο συγκεκριμένο περιβάλλον, η ευτυχία είναι μια καπιταλιστική ψευδαίσθηση. 

 Σε αυτό το σημείο θα προτιμούσα κι ένα λιγότερο απλοποιημένο σχήμα στον τρόπο που παρουσιάζονται οι διαγενειακές διαφορές. Η γενιά του ραδιοφώνου που αντικαταστάθηκε από την γενιά της τηλεόρασης και μετά του ίντερνετ, παρά τις εμφανείς διαφορές τους, έχουν και πολλές ομοιότητες κοινωνιολογικά, όπως είναι αναμενόμενο, αφού ανήκουν όλες στην σύγχρονη εποχή. Παρά την έλευση της ψηφιακής εποχής, κινούμαστε ακόμα σε έναν αναλογικό κόσμο, με αναλογική χρήση της γλώσσας ακόμα και σε ψηφιακά περιβάλλοντα. 
Συνεπώς, η ερμηνεία αυτής της αντίθεσης, μάλλον θα εξαρτηθεί από τον αναγνώστη.
 
 Η πιο εύλογη επεξήγηση , ως εναργής επίλογος του βιβλίου, θα ήταν πως η συμπεριφορά των ατόμων της ιστορίας είναι ένα σύμπτωμα όχι των καιρών, αλλα της ανθρώπινης φύσης και εντέλει, παρα τις τεχνολογικες διευκολύνσεις ή τις διαφορετικές ιστορικές συγκυρίες, δεν υπαρχει καμία ουσίωδης διαφορά μεταξύ του παρελθόντος και του παρόντος, παρεκτός της διαχρονικής ψευδαίσθησης μιας υποτιθέμενης προόδου. 

Παρασκευή 23 Φεβρουαρίου 2024

Τι είναι προλεταριακή ποίηση, Μπογκντάνοφ

Παρότι η ρωσική λογοτεχνία έχει να επιδείξει τεράστιους πεζογράφους, κατά βάθος, ολοι οι μεγαλοι Ρώσοι συγγραφείς επασχαν απο το μικρόβιο της ποίησης. Ο Μπογκντάνοφ δεν διέφερε. Παρότι πνεύμα πολυάσχολο (υπήρξε κατά βάση ιατρός και ερευνητής) ο Μπογκντάνοφ, εισηγητής της προλεταριακής κουλτούρας, δεν έπαψε ποτέ να ενδιαφέρεται ενεργά για τη λογοτεχνία και ειδικά την ποίηση. Συμφωνα με τον ίδιο, το προλεταριάτο, στη μάχη του με τις ξεπεσμένες αξίες της αστικής τάξης, οφείλει να δημιουργήσει τη δική του κουλτούρα. Αλλωστε, όπως διαβάζουμε στο μικρό αυτό εγχειρίδιο, η ποίηση ξεκίνησε από τους μύθους των πρωτόγονων, διαμορφώθηκε από την οργανική χρήση της γλώσσας στις ανθρώπινες κοινωνίες κι ύστερα, σφυρηλατήθηκε ακόμα και στις κολεκτίβες των εργατών, δίνοντας μέσω του ρυθμού της τον σφυγμό της εργασίας. Ο χαρακτήρας της ποίησης συνεπώς, δεν μπορεί παρά να είναι, κατά τον Μπογκντάνοφ, απαρέγκλιτα κοινωνικός και όχι τόσο προσωπικός και καθοριζόμενος από τα βιώματα του εκάστοτε ποιητή. 
"Η ποίηση" γραφει,  "έχει σημασία οργανωτική όμοια με τη σημασία της επιστήμης κ χρησιμεύει στην τακτοποίηση των αμοιβαίων σχέσεων των ανθρώπων".
Έχοντας πριν μερικές μέρες αναγνώσει μια εργασία που κατακεραύνωνε την αποκαλούμενη "ροζ λογοτεχνία", δεν μπόρεσα παρά να παρατηρήσω τις αντιθέσεις αυτής της ελιτίστικης άποψης με την χρησιμότητα που βλέπει σε όλο το εύρος της φιλολογίας ο Μπογκντάνοφ.
 Κατά τον ίδιο, λοιπόν, ακόμα και τα ρομάντζα είναι χρήσιμα, καθώς διαπλάθουν τις μάζες, έστω με έναν υποτυπώδη τρόπο, και δίνουν , όπως λέει, απαντήσεις σε ερωτήματα για τις σχέσεις των ανθρώπων (σελ 26).
Αναπόφευκτο είναι, επίσης, κατά τον στοχαστή, η ποίηση να διαχωρίζεται από τις ίδιες τις τάξεις που διαρθρώνουν την κοινωνία. Έτσι υπάρχει η φεουδαρχική ποίηση, η εργατική ποίηση κ.ο.κ, διαφοροποίησεις που σίγουρα συνεισφέρουν σε προσεγγιστικές ανάλυσεις ακόμα και στις μέρες μας, όπου εξετάζεται το έργο σε όλο το εύρος των κοινωνικών παραγόντων που το διαμόρφωσαν. Η ποίηση της κυριαρχίας, είναι, συνεπώς η αφήγηση του κεφαλαίου, των ισχυρών, η οποια καταληγει στις εποποιίες των πολέμων και στις λυρικές αφηγήσεις της επικράτησης των ισχυρών, επιθετική γλώσσα που επιβιώνει και στον αστικό πολιτισμό. 

Οι δικές μου αντιρρήσεις ξεκινάνε από αυτή την "εργαλειακή" προσέγγιση. Ο Μπογκντάνοφ όπως και πολλοί άλλοι στρατευμένοι διανοητές, αντιμετωπίζουν την τέχνη ως μέσο διαπαιδαγώγησης, ενώ η Τέχνη δεν οφείλει να διαπλάθει ούτε να τάσσεται σε έναν σκοπό. Εδώ παίρνω, όπως πάντα, το μέρος του κορυφαίου Ναμπόκοφ που έβλεπε την τέχνη ως αυτοσκοπό και απεχθανόταν τη διδασκαλία μέσω αυτής. 
Άλλωστε, η ίδια η τέχνη διαψεύδει τον Μπογκντάνοφ. Γράφει χαρακτηριστικά στον πρόλογο "Δεν υπάρχει ποίηση, όπως γενικά δεν υπάρχει τέχνη, όταν οι μορφές ταξινομούνται χωρίς αμοιβαία συμφωνία
  Αν οι περιγραφόμενες εικόνες είναι σκόρπιες στην τύχη, χωρίς καμία τάξη δεν δημιουργείται έργο τέχνης" 

Αυτή η στεγανή αντίληψη περί τέχνης, ακυρώνει πολλά ρεύματα της σύγχρονης τέχνης, όπως τον σουρεαλισμό.
 
Παρότι, μάλιστα, ο Μπογκντάνοφ αδυνατεί να διακρίνει το πώς μπορεί να προκύψει αρμονία μέσω της τυχαιότητας ή μιας σύλληψης που φαντάζει σχεδόν επιπόλαιη στη βιαστική της ιδιοφυία, δεν μπόρεσα παρά να θυμηθώ ένα αγαπημένο μου τραγούδι των Beatles, το A day in the life, ένα κορυφαίο δείγμα μουσικού μοντερνισμού και πρωτοτυπίας, του οποίου οι στίχοι γράφτηκαν (στο μεγαλύτερο μέρος τους από τον Λένον αλλά και με συνεισφόρα του ΜακΚάρτνεϊ) όταν ο Τζον συνέδεσε λυρικά διάφορα άρθρα της πρωινής εφημερίδας που έτυχε να διαβάσει ένα πρωί.

Η τέχνη, άλλωστε, αυτό ακριβώς είναι: ο κόσμος, χωρίς περιορισμούς. Το οτιδήποτε μπορεί να γίνει τέχνη. Και αυτή είναι η ομορφιά της. 

Τρίτη 20 Φεβρουαρίου 2024

Κ.Π Καβάφης, Κώστας Κουτσουρέλης

Στο δοκίμιό του ο Κώστας Κουτσουρέλης προσπαθεί να αποδείξει την, κατά τον ίδιο, μετριότητα του Καβάφη, το μη διαχρονικό χαρακτήρα της ποίησής του και την υπερτίμησή του ως φιγούρα των γραμμάτων. 
 Δυστυχώς για τον ίδιο (τον Κουτσουρέλη, όχι τον Καβάφη) τα περισσότερα επιχείρηματα είναι επιφανειακά, ευκόλως αντιστρέψιμα και δεν καταφέρνουν να σταθούν ως επαρκής φιλολογική κριτική. Εντύπωση μου έκανε επίσης η πλήρης απουσία βιβλιογραφίας. Φυσικά υπάρχουν κάποιες σημειώσεις στο κείμενο ή ευθέως παραπομπές, αλλά, όταν αξιώνει κάποιος να πάρουμε στα σοβαρά το δοκίμιο του, είναι αναγκαίο να στηρίζει την κρίση του σε κάτι περισσότερο από την άποψάρα του ή στην κόντρα μεταξύ Καβάφη/Παλαμά. Κυρίως γιατί σε πολλά από τα αναφερόμενα παραδείγματα, ο Κουτσουρέλης φαίνεται να μην αντιλαμβάνεται τις αντιφάσεις του. 
Αλλά ας δούμε, συνοπτικά, τα κύρια επιχειρήματα του Κουτσουρέλη (Υπάρχουν και κάποια δευτερεύοντα επιχειρήματα, που όμως δεν αναπτύσσονται εκτενώς. Αλλωστε το δοκίμιο έχει πολύ περιορισμένη έκταση, μόλις 137 σελίδες, οι όποιες σίγουρα δεν επαρκούν προς απόδειξη των προτάσεών του) κι έτσι ομοιάζουν μάλλον με κυκλικές ταυτολογίες και υποκειμενικές απόψεις του συγγραφέα):
 
-Ο Καβάφης χρησιμοποιεί, κατά τον γράφοντα, λειψά εκφραστικά μέσα. Για αυτή του την παρατήρηση επικαλείται την καταμέτρηση που είχε επιχειρήσει ο Άγρας. Αποτελεί, ωστόσο, μάλλον απαρχαιωμένη άποψη πως ο στίχος χρειάζεται απαραίτητα συγκεκριμένα εκφραστικά μέσα. Όπως παρατηρεί και ο Ν.Βαγενάς με αφορμή το συγκεκριμένο δοκίμιο: "ο Κουτσουρέλης φαίνεται να υποστηρίζει πως τα κριτήρια της μεγάλης ποίησης (...) ειναι τα κωδικοποιημένα από τον Οντέν". Κοινώς, ο Κουτσουρέλης αντιμετωπίζει το θέμα με παράλογη στεγανότητα που δεν αρμόζει στην κριτική του ποιητικού λόγου.
 Παράλληλα, ενώ παραδέχεται πως ο Καβάφης είναι πρωτότυπος, αδυνατεί να τον κρίνει υπό το πρίσμα αυτής της πρωτοτυπίας γιατί εμμένει, αδικαιολόγητα -και αντιφατικά- στον χαρακτηρισμό της ποίησης του Καβάφης ως "γερασμένης". 

-Ο Καβάφης χρησιμοποιεί τον διδακτισμό. Μετά βέβαια ο Κουτσουρέλης αυτοαναιρείται, αφού παραδέχεται ότι η ποίηση του Καβάφη εξελίσσεται και χρησιμοποιεί ικανά την ειρωνεία.

-Η ιστορικότητα του Καβάφη είναι περιοριστική αφού εστιάζει στη λεπτομέρεια και, συχνά, δεν διαβλέπει την γενικότερη εικόνα (εδώ φέρνει ως παράδειγμα ποιήματα με τον Ιουλιανό) Το επιχείρημα δεν στέκει αφού ο Καβάφης είναι ποιητής και όχι ιστορικός. Προφανώς η λογοτεχνία (αμέτρητα παραδείγματα) εστιάζει πολλές φορές στις λεπτομέρειες και όχι στη γενικότερη ιστορική συγκυρία. Δεν οφείλει να πράξει το αντίθετο. 

-Ο Καβάφης εξαίρει την ομοφυλοφιλία (τη διαστροφή όπως αποκαλείται, χωρίς εισαγωγικά στο κείμενο -είναι όρος που χρησιμοποιεί και ο Καβάφης αλλά είναι μεγάλη αστοχία του δοκιμιογράφου που δεν κάνει σχετική επεξήγηση -ίσως και σκόπιμα, κάτι που είναι ακόμα χειρότερο)
 Κατά τον Κουτσουρέλη είναι...κακή τέχνη, όταν ο συγγραφέας εξαίρει ένα συγκεκριμένο είδος έρωτα, ενώ στέκεται κριτικά στην ετεροκανονικότητα. Στο δοκίμιο του βεβαίως αναφέρει συγγραφείς, που πράττουν αμέτρητες φορές το ίδιο. 

-Ο Καβάφης δεν μπορεί να ενταχθεί σε έναν ποιητικό κανόνα με επιγόνους. Κατά τη γνώμη του συγγραφέα, αυτό τον καθιστά λιγότερο διαχρονικό. Μια τέτοια διαπίστωση, μάλλον λαμβάνει,  λανθασμένα, τη βεβαιότητα  πως στην τέχνη υπάρχουν "γενιές ", με συγκεκριμένα χαρακτηριστικα (αναφέρει αλλωστε και τη "γενιά του '30") που όπως έχει αποδειχτεί σε πολλές σχετικές εργασίες (Ματθιόπουλος κ.ά) είναι ανορθολογικός προσδιορισμός περιοδολόγησης σε καλλιτεχνικά και -ειδικά- σε λογοτεχνικά πλαίσια. 

 Το δοκίμιο, όπως γινεται λοιπόν φανερό, δεν στέκεται στιβαρό επιχειρηματολογικά. Διατηρεί ενδιαφέρον σε κάποιες από τις παρατηρήσεις του (στην μεταφραστική ευκολία του Καβάφη κ.ά), ωστόσο τα συμπεράσματά του, δεν καταφέρνουν να πείσουν και, παρά το ότι ο δοκιμιογράφος δεν επιχειρεί να ακυρώσει συνολικά την ποιότητα του Καβαφη, οι αξιώσεις του για κριτική μείωση της ποίησής του, δεν επιτυγχάνονται. 



Κυριακή 18 Φεβρουαρίου 2024

Μόνο η νύχτα, Τζον Γουίλιαμς

 Πριν ξεκινήσω τον σχολιασμό του κειμένου, θα ήθελα να αναφερθώ συνοπτικά στην, κατά τη γνώμη μου, αρκετά χαμηλή ποιότητα της συγκεκριμένης έκδοσης. Με όσα θα καταγράψω δεν έχω σκοπό να κατακρίνω συνολικά την δουλειά των εκδόσεων Gutenberg, καθώς αξιολογώ, όπως είναι λογικό, κάθε έκδοση ξεχωριστά. Επίσης, σημειώνω πως, παρά τις τεχνικές αδυναμίες που θα αναφέρω , καθώς και του κατά καιρούς κακού γραψίματος του Γουίλιαμς, το πρώτο μέρος του βιβλίου μού άρεσε αρκετά. Κάνω όμως ξεκάθαρη διάκριση μεταξύ προσωπικής αρέσκειας και αντικειμενικά χαμηλής ποιότητας.
 
 Πέρα από την απουσία ενός διευκρινιστικού επίμετρου (που κατά τη γνώμη μου ήταν απαραίτητο και εξηγώ παρακάτω το γιατί) διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο τις εξής ανακρίβειες: "Ένα ψυχολογικό έργο που ο Τζον Γουίλιαμς έγραψε  κατά τον Β' Παγκόσμιο πόλεμο όταν νοσηλεύτηκε ως τραυματίας" Η συγκεκριμένη πληροφορία είναι ανακριβής και έχει αντληθεί πολύ πρόχειρα από blogs τα οποία δεν περιέχουν καμία παραπομπή εξακρίβωσης για αυτή τη δήλωση.

 Στη βιογραφία που συνέγραψε ο  Shields, αναφέρεται πως ο Γουίλιαμς έγραψε το μυθιστόρημα σε διάφορες χρονολογικές φάσεις(συνολικά υπήρξαν περίπου έξι ντραφτς) και, παρόλο που εικάζεται πως δούλεψε μέρος του κατά τη θητεία του, η ρομαντική εικόνα του τραυματισμένου Γουίλιαμς, ως άλλου Χέμινγουεϊ, να ξεκινά και να τελειώνει το βιβλίο κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του, όπως αφήνεται να εννοηθεί από αυτή τη δήλωση, δεν ευσταθεί. 
Σχετικά με αναφερόμενη συνέντευξη της τεταρτης (!) γυναίκας του Γουίλιαμς, δεδομένου οτι η ιδια γνώρισε τον Γουίλιαμς πολλες δεκαετιες μετα τη συγγραφη του Μονο η νύχτα, δεν νονιζω οτι μπορει να σταθει ως αξιοπιστη μαρτυρια, οταν μάλιστα απλώς επιβεβαιώνει μια υπόθεση του δημοσιογραφου. Ο Shields παροτι γνωριζει το περιεχομενο της συνέντευξης θεωρει πιο αξιοπιστη πηγη την τοτινη αλληλογραφία του Γουίλιαμς με την πρώτη του γυναίκα και με όσα μέλη της οικογενειας του ζούσαν τότε. 

Μαλιστα ο βιογράφος αμφισβητεί ακόμα και τον ιδιο τον τραυματισμό του Γουίλιαμς αφού, όπως εύλογα σημειώνει, το όνομά του δεν βρισκόταν ανάμεσα στην επίσημη καταγραφή της αεροπορίας για την πτώση του αεροπλανου στο οποίο υποτίθεται πως ήταν επιβάτης και, αν όντως είχε νοσηλευτεί για "σπασμένα πλευρά" λόγω της πτώσης, θα είχε λάβει και το αντιστοιχο μετάλλιο ανδρείας, κάτι που δεν έγινε. Νοσηλεύτηκε πάντως σίγουρα λόγω ελονοσίας. Δεδομένου βεβαια οτι μια τετοια κατασταση επιφερει υψηλό πυρετό και διαρροιες, δεν νομίζω πως είχε το κουράγιο να γράψει κάτι την περίοδο της νοσηλείας του.


Άλλωστε το ίδιο το έργο δεν αφορά με κανέναν τρόπο εμπειρίες πολέμου και φαίνεται να τοποθετείται σε εναν εντελως διαφορετικο χωροχρονο. Αντιθέτως, το πέμπτο, ανολοκλήρωτο μυθιστόρημα του Γουίλιαμς, The sleep of reason, καταπιανοταν συνειδητά με την εμπειρία του πολέμου. 

 Το δεύτερο ανακριβές στοιχείο που συναντάμε στις λίγες γραμμές του οπισθόφυλλου είναι το εξής: "επανεκτιμήθηκε εξήντα χρόνια μετά και προστέθηκε στη λίστα των μεγάλων άλλων έργων του" Από ποιον ακριβώς επανεκτιμήθηκε το συγκεκριμένο πρωτόλειο; Δεν υπάρχει καμία σοβαρή κριτική ανάλυση ακαδημαϊκού χαρακτήρα (εκτός από αυτή του Asquith που καταπιάνεται κυρίως με τα μεγάλα έργα του Γουίλιαμς) που να αναδεικνύει κάποιο πρότερο λογοτεχνικό θησαυρό που ξαφνικά ανακαλύφθηκε εξήντα χρόνια μετά. Το βιβλίο υπέστη επανεκδόσεις λόγω της ύστερης εμπορικής επιτυχίας του Στόουνερ και δεν υπήρξε ποτέ καμία κριτική επαναξιολόγηση που να το καθιστά ξαφνικά αριστούργημα. Οι ίδιες αδυναμίες που είχαν διαπιστωθεί κατά την έκδοσή του, διαπιστώνονται και τώρα.

  Kαι έρχομαι στην αναγκαιότητα ενός επίμετρου: Τι ακριβώς επανεκτιμήθηκε 60 χρόνια μετά, κατά τις εκδόσεις Gutenberg; Η ομοφοβία του κειμένου ή ο μισογυνισμός του; Είναι δυνατόν να εκδίδουν ένα τέτοιο κείμενο, να το πλασάρουν ως χαμένο αριστούργημα και να μην κάνουν έστω έναν σχολιασμό για την ομοφοβία που εντοπίζεται στον σχολιασμό για τον χαρακτήρα του Stafford;

Καταλήγω λοιπόν, στο ότι για να είναι μια έκδοση ποιοτική, δεν αρκεί να κοτσάρουμε στο κείμενο το ανούσιο πλέον πολυτονικό στο οποίο οι Gutenberg και κάποιοι άλλοι γραφικοί εκδοτικοί, επιμένουν, αλλά να συνοδεύεται από κάποια κριτική προσέγγιση που θα βοηθήσει τους αναγνώστες να αποσαφηνίσουν τις συνδηλώσεις του κειμένου.

 Στα του περιεχομένου τώρα: ως πνεύμα αντιλογίας, από τη μία συμφωνούσα με όσους επεσήμαναν τις αδυναμίες του κειμένου, δικαιολογώντας την κρίση τους επειδή είναι το πρωτόλειο μυθιστόρημα του Γουίλιαμς, από την άλλη συλλογιζόμουν τι ήταν αυτό που έκανε τους αναγνώστες να αρέσκονται στον μισογύνη και μισανάπηρο Στόουνερ αλλά όχι στον ομοφοβικό Άρθουρ. Μάλλον ότι ο Άρθουρ  εντάσσεται εμφανώς στην κατηγορία του αντιήρωα ενώ οι αδυναμίες στον χαρακτήρα του Στόουνερ καλύπτονται από την αγιοποίηση που αποτολμά ο συγγραφέας, χωρίς να έχει συναίσθηση των αρνητικών του ήρωά του. Ο Στόουνερ σε αντιδιαστολή με τον Άρθουρ δεν είχε κανένα διαρκές τραύμα, δεν βασανιζόταν από τίποτε άλλο πέρα από τον κομφορμισμό της ζωής, στον οποίο βεβαίως εντάχθηκε. Ο Άρθουρ σε αντίθεση με τον Στόουνερ είναι παρίας. Οι ομοιότητες μεταξύ των δύο βιβλίων είναι πολύ λίγες. Το Μόνο η νύχτα είναι ένα μυθιστόρημα σαφώς μοντερνιστικό, που αφορά μόλις λίγες ώρες από τη ζωή του Άρθουρ και αξιώνει να εκτυλιχθεί ως ένα ψυχολογικό νουάρ, όπου απλά σημεία της καθημερινότητας καταλήγουν να γίνονται τρομακτικά (για παράδειγμα, το πώς το πρωινό του Άρθουρ μετατρέπεται από τηγανητά αυγά σε ένα μάτι επίκρισης μεταμοντέρνου πίνακα). 
Ο Γουίλιαμς είναι σαφώς επηρεασμένος από ψυχαναλυτικές θεωρήσεις που ήταν αρκετά της μόδας τότε, καθώς και από την ατομικιστική τάση των μυθιστορημάτων πριν τον β' παγκόσμιο πόλεμο. Όλο το βιβλίο λοιπόν, όπως άλλωστε είχε διαπιστωθεί και από τον, επίσης συγγραφέα, σύζυγο της αδερφής του Γουίλιαμς, Marsh Willard, αφορά, κυρίως, μια αιμομικτική αλληγορία, η οποία βεβαίως καταλήγει στη φαντασίωση της πατροκτονίας και στην τιμωρία που επέρχεται στον γιο. Όπως θα διαπιστωνε, ωστόσο και ο Φρόυντ, το οιδιπόδειο σχήμα παρουσιάζεται κεκαλυμμένα. Η φαντασίωση της φόνευσης του πατέρα μετατίθεται από το υποσυνείδητο του γιου στη μητέρα, η οποία καταλήγει να πληρώσει και τις αιμομικτικές τάσεις του γιου της. Ο ίδιος, βιώνει την τιμωρία από τον μεγαλόσωμο άνδρα στο τέλος, που φυσικά, συμβολίζει την πατρική φιγούρα. 
Το βιβλίο, όπως αναφέρω και παραπάνω, γράφτηκε σε διαφορετικές χρονολογικές φάσεις, κάτι που γίνεται αρκετά φανερό. Αν μπορούμε να το χωρίσουμε σε δύο μέρη (παρότι ποσοτικά ανισοβαρή μεταξύ τους) θα αφορούν α) τις συναντήσεις του Άρθρουρ, αφήγηση που είναι αρκετά πιο στιβαρή και β) την αποκάλυψη του τραύματος όπου ο Γουίλιαμς χάνει τον έλεγχο και γίνεται μελοδραματικός.

 Σε γενικες γραμμες: ενα σχετικώς καλοστεκούμενο πρωτόλειο που αξιωνει έναν βαθμό πρωτοτυπίας,  αλλα με αμετρητες αδυναμίες που ριχνουν το συνολο του κειμένου. 
  
Ήταν άραγε απαραίτητη η έκδοση του συγκεκριμένου βιβλίου στα ελληνικά όταν υπάρχουν ένα σωρό αμετάφραστα διαμάντια; Μάλλον όχι.

Δευτέρα 5 Φεβρουαρίου 2024

Φυλοειδική Ιατρική, Marek Glazerman

 Το βιβλίο Φυλοειδική Ιατρική, του ομότιμου  καθηγητή Γυναικολογίας και Μαιευτικής στο πανεπιστήμιο του Τελ Αβίβ, Marek Glezerman, αποτελεί ένα συμπίλημα επιστημονικοφανούς σεξισμού που, φυσικά, είναι απόρροια της γενικότερης αντίληψης, ήδη από τα σπάργανα της επιστήμης, πως γυναίκες και άνδρες είναι ολότελα διαφορετικοί. Το βιβλίο ξεκινά με έναν φρικτό πρόλογο του Άμος Όζ που εξαπολύει κάθε είδους αντιεπιστημονική βλακεία που έχει περάσει στην κοινή αντίληψη μέσα από εκλαϊκευτικά άρθρα των μίντια, για την προϊστορική εποχή και τo μύθο του άνδρα κυνηγού και της γυναίκας χωμένης στη σπηλιά. Η συνέχεια δεν είναι εντυπωσιακότερη: λειψές παραπομπές, απαρχαιωμένες έρευνες, στερεότυπα και πολλές γενικεύσεις, μπέρδεμα των γενετικών και των επιγενετικών διαφορών κ.ά. 


 Στην πραγματικότητα, παρά τα πολλά εκλαϊκευτικά αναγνώσματα τύπου Άνδρες από τον Άρη, Γυναίκες από την Αφροδίτη, περισσότερες είναι οι ομοιότητες παρά οι διαφορές των φύλων. Ακόμα και στις εμφανείς διαφορές, δηλαδή στα αναπαραγωγικά όργανα, υπάρχει μια σαφής αναλογία με λανθάνοντα και υπολανθάνοντα όμοια σημεία στα σώματα ανδρών και γυναικών (μαστοί, η αντιστοιχία των όρχεων στα μεγάλα χείλη του αιδοίου, της κλειτορίδας στο πέος κ.ο.κ) Ήδη από το εμβρυικό στάδιο, γυναίκες και άνδρες πλάθονται με τον ίδιο ιστό. Oι όποιες διαφορές παρατηρουνται, όπως αναλύει και το συγκεκριμένο βιβλίο, απορρέουν κυριως λόγω της ορμονικής διαφορετικότητας. Άνδρες και γυναίκες έχουν τις ίδιες ορμόνες, αλλά σε διαφορετικά ποσοστά. Εδώ βέβαια ξεκινά και το βασικό πρόβλημα του βιβλίου: αντιμετωπίζει το φύλο εντελώς δυικά και εξηγεί την βιολογικότητα ως κάτι στατικό, κάτι που δεν ανταποκρίνεται στο φάσμα της βιολογικής πραγματικότητας ανάλογα με το εκάστοτε άτομο, είτε αφορά το χρωμοσωματικό είτε το φαινοτυπικό φύλο. 


 Στο πρώτο κεφάλαιο ο συγγραφέας επιχειρεί να δικαιολογήσει την υποτιθέμενη αναγκαιότητα της φυλοειδικής ιατρικής συγκρίνοντάς την με την εξατομικευμένη ιατρική. Η εξατομικευμένη ιατρική αφορά κατά βάση την ανάλυση των γενετικών πληροφοριών του κάθε ατόμου προκειμένου να ληφθούν πληροφορίες για ασθένειες που υπάρχουν ή μπορεί να εκδηλωθούν στο μέλλον, με βάση το ατομικό του προφίλ, κάτι, που σύμφωνα με τον συγγραφέα, μπορεί να επιφέρει πολλά προβλήματα βιοηθικής.


 Βέβαια, κατά τη γνώμη μου, η εξατομικευμένη ιατρική, δεν υπάρχει λόγος να φτάσει σε τόσο ακραίες εκφάνσεις ούτε να επικεντρώνεται αποκλειστικά στη μελέτη του γονιδιακού προφίλ του ατόμου, αλλά να πράττει το ιδεώδες στην ιατρική που είναι η εξέταση με βάση το ατομικό προφίλ, το οικογενειακό ιστορικό και γενικά την κατάσταση του εκάστοτε ασθενή, χωρίς να επικεντρώνεται στα στερεότυπα του φύλου. 


 Ο Glezerman φαίνεται να μην λαμβάνει καθόλου υπόψη πως κάποιες από τις παρατηρούμενες διαφορές προκύπτουν λόγω περιβάλλοντος, κοινωνικών αντιληψεων και ανατροφής, παρά λόγω κάποιας εγγενούς διαφοράς. Φαίνεται μάλιστα, αν λάβουμε υπόψη τον προαναφερθέντα πρόλογο του Άμος Όζ, να θεωρεί "φυσικό" οι γυναίκες να έχουν θέσεις δακτυλογράφων και γραμματέων, μιας και δεν είναι τόσο "δυνατές" και "ανταγωνιστικές" όπως οι άνδρες. 


 Για το μύθο των αμέτρητων εγκεφαλικών διαφορών -που αποτελεί και ένα απο τα κύρια επιχειρήματα του βιβλίου- ανδρών και γυναικών υπάρχει εκτενής βιβλιογραφία που επικρίνει τις υπάρχουσες έρευνες, άρα δεν θα αναλύσω το συγκεκριμένο κεφάλαιο για να μην καταλήξω να απεραντολογώ, θα αναφέρω  ωστόσο πως, δεδομένου πως ο εγκέφαλος είναι ένα πλαστικό όργανο, όπως μάλιστα αναφέρει και ο ίδιος ο συγγραφέας καθόλη τη διάρκεια της ζωής του ανθρώπου, πολλές παρατηρούμενες διαφορές,αφορούν, και πάλι, την υπάρχουσα κοινωνική δομή (πχ η ικανότητα λεκτικής επικοινωνίας) Ειδάλλως, αυτές οι διαφορές δεν θα παρατηρούνταν και στα τρανς άτομα, που έως τώρα, όσες έρευνες έχουν εξετάσει την εγκεφαλική δραστηριότητα, φαίνεται να δείχνουν μια αδιάψευστη ταύτιση της εγκεφαλικής δραστηριότητάς τους, όχι με το "βιολογικό" τους φύλο, αλλά με το φύλο προσδιορισμού τους. 


 Στο κεφάλαιο για τα καρδιολογικά νοσημάτα γίνεται αρκετά πιο πρόδηλη η στεγανή αντίληψη του συγγραφέα. 

Σταδιακα, εχει πλεον αρχίσει να αναγνωρίζεται, πως οι γυναίκες έχουν μικρότερη επιτυχία διάγνωσης στεφανιαίας νόσου, μιας και οι καρδιολόγοι φαίνεται να υιοθετούν την γενίκευση πως τα οιστρογόνα προστατεύουν μέχρι την εμμηνόπαυση τις γυναίκες. Αυτό το θλιβερό γεγονός προκύπτει ακριβώς λόγω της φυλοειδικής προσέγγισης που ο Glezerman εξαίρει, καθώς, αν δινόταν μεγαλύτερη βάση στο εξατομικευμένο προφίλ (το οικογενειακό ιστορικό, τη διατροφή κ.ο.κ) δεν θα υπήρχε η αγνόηση των γυναικών πασχουσων. 

Θα ήταν πλήρως ανόητο ένας καρδιολόγος να προσεγγίσει έναν ασθενή, αποκλειστικά με βάση το φύλο του, που σε σύγκριση με το οικογενειακό ιστορικό, λόγου χάρη, παίζει μικρότερο ρόλο στα καρδιαγγειακά νοσήματα. 


 Επιπλέον, ο επιπολασμός δευτερευόντων παθήσεων, όπως ο διαβήτης, που συνεισφέρουν στη δημιουργία αθηρωματικών πλακών και συνεπώς στις αυξημένες πιθανότητες εμφράγματος, πάλι σχετίζονται, σε μεγάλο βαθμό με το οικογενειακό ιστορικό αλλά και με το ατομικό προφίλ του καθένα. 


 Στο κεφάλαιο για το πεπτικό, ενώ παραδεχεται ότι μεγαλύτερο ρόλο παίζει η χώρα και οι διατροφικές συνήθειες του καθένα, παρά το φύλο, φτάνει στο σημείο να προτείνει γυναίκες και άνδρες να τρώνε διαφορετικές ώρες και λιγότερες φορές οι γυναίκες επειδή "η τροφή καθυστερεί να φύγει από το στομάχι στις γυναικες" Αυτό οφείλεται, κατά τον ίδιο, στις ορμονες, καθώς όταν τα οιστρογόνα αυξάνονται η ταχύτητα διέλευσης της τροφής μειώνεται. Βέβαια εδώ υπεισέρχεται ξανά το ζήτημα του ατομικου προφίλ. Κάθε άτομο έχει, αποδεδειγμένα, διαφορετικά επίπεδα ορμονών. 


 Σε όλο το βιβλίο, τέλος, υπάρχει μόνο η ετεροφυλοφιλική θέαση της πραγματικότητας και μάλιστα ο συγγραφέας προχωρά και σε ανόητες αντιεπιστημονικές διακηρύξεις όπως "η Εξέλιξη στοχεύει στην αναπαραγωγή". Η εξέλιξη δεν είναι οντότητα, αλλά μια παρατηρούμενη διαδικασία και όπως έχει αποδειχτεί δεν έχει συγκεκριμένο σκοπό αλλά ευκαιριακές εκφάνσεις με βάση το περιβάλλον. 


 Συνοπτικά, το βιβλίο ήταν πλήρως απογοητευτικό και δεν θα το σύστηνα σε καμία περίπτωση, σε άτομα που θέλουν να εντρυφήσουν στη βιολογία ή την ιατρική των φύλων.

Πέμπτη 25 Ιανουαρίου 2024

Δυναμώστε τη μουσική, παρακαλώ.


Στο δεύτερο συγγραφικό του Μιχάλη Μαλανδράκη, Patriot, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις, δυστυχώς, δεν καταφέρνει να ανεβάσει τον πήχη από την προηγούμενη νουβέλα του. 
Το βιβλίο θα μπορούσε να είχε τελειώσει στη σελίδα 85. Ήδη τα μικροκεφάλαια λειτουργούν διασπαστικά στην αναγνωστική ροή και δεν καταφέρνουν να δώσουν την αίσθηση ενός μυθιστορήματος που σε βυθίζει στην πλοκή ή στην αφήγησή του. Κουραστικές (και σε πολλές περιπτώσεις εντελώς αχρείαστες) ήταν και οι πολλές σημειώσεις. 
Ο Μαλανδρακης μοιάζει να διαθέτει συγγραφική πειθαρχία και οραμα, αλλά δεν αρκούν αυτά για καλή λογοτεχνία. Κατ'εμέ μάλιστα η πρωτη του νουβέλα, παροτι διατηρούσε ψεγαδια, ήταν σαφώς καλυτερη. Στις πολλές σελίδες ο Μαλανδράκης χάνει κάποιες φορές τον έλεγχο καταφεύγοντας στο μελό ( ο θάνατος της Άνιας αλλά και γενικά όλο το τελευταίο μέρος) 
 Ολος ο χαρακτήρας του Χάρη είναι ένα κινούμενο κινηματογραφικό και λογοτεχνικό κλισέ. Δεν μοιάζει αληθινός, είναι μια γέφυρα που ο συγγραφέας χρησιμοποιεί για να μιλήσει για τη Βοσνία και για τα όσα έχει μάθει δουλεύοντας στην ΕΡΤ. Η ανιδεότητα και η έλλειψη βάθους του Χάρη επαναλαμβάνονται κουραστικά σε όλο το βιβλίο ( "Ο Χάρης κοιταζει εκπληκτος την πρόσοψη και τις πλευρές του κτιρίου","Ο Χάρης δεν καταλαβαίνει", "Ο Χάρης κοιτάζει με απορία τον Ηλία. Δυσκολεύεται να καταλάβει", "ο Χάρης δεν είδε τίποτα. Δεν κατάλαβε το παραμικρό " [Λίγες γραμμές μετά επαναλαμβανει γεμάτος απορία, λες και βρίσκονται στον παιδικό σταθμό, την γνωστοποιηση του οδηγού πως ο θόρυβος ήταν σφαίρα. "Σφαιρα;" ] και το αγαπημένο μου: "Ο Χαρης κοιταζει το φλιτζάνι και τη λευκή κρέμα χωρίς να ξέρει τι πρέπει να κανει") 
Το μεγαλύτερο όμως μειονέκτημα του βιβλιου είναι αυτό που άλλοι εκθειάζουν: η κινηματογραφική αφήγηση. Πολλά βιβλία, συνήθως αστυνομικά, ή τέλος πάντων, αυτά που χαρακτηρίζουμε ευπώλητα, ακολουθούν συνήθως κινηματογραφική αφήγηση. Ο Νταν Μπράουν είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Είναι η επιτυχία του Μαλανδράκη σε αυτό το είδος της νωθρής γεγονοτολογικής αφήγησης επιχείρημα λογοτεχνικής ποιότητας; Όχι. Δεν ξέρω πώς και γιατί έχουμε φτάσει να δαιμονοποιούμε τόσο το περίπλοκο ύφος και δεν ξέρω γιατί οι Έλληνες αναγνώστες αρέσκονται στην απλούστευση με τέτοιο πάθος (μάλλον από τεμπελιά και φόβο μήπως στραμπουλήξουν κανέναν εγκεφαλικό νευρώνα) αλλά προσωπικά ναι, σε κόντρα γνωστών "οδηγών" θέλω τα βιβλία να θυμίζουν Προυστ. Κι αν είναι απλά να έχουν το βάθος του Χέμινγουεϊ. (σπόιλερ: ο Μαλανδράκης δεν έχει το βάθος του Χέμινγουει)
 Το ύφος του Μαλανδράκη είναι ορισμένες φορές τόσο πεζό που καταντά μονότονο. Η δωρικότητα πρέπει, κατά τη γνώμη μου να έχει και τον ανάλογο ρυθμό και κάποιες στιγμιαίες κορυφώσεις, έστω και σποραδικές. Οι μόνες κορυφώσεις που υπήρξαν στο βιβλίο ήταν δυο φορές, μία στη σελίδα 165 εκεί που μιλά για την ευγνωμοσύνη (αν και ούτε αυτό το σημείο είχε το σωστό ρυθμό -αν το διαβάσετε δυνατά θα καταλάβετε τι εννοώ) και στην αφήγηση του βομβαρδισμού της αγοράς, που όμως η κορύφωση εξαναγκάζεται λόγω των γεγονότων και δεν επέρχεται απαραίτητα λόγω της διήγησης. 
   Ισως έχουμε καταλήξει να δαιμονοποιούμε το λογοτεχνικό ύφος όταν αυτό ολισθαίνει στις υπερβολές και γίνεται άγαρμπα, βασισμένο μονάχα σε σπουδαιοφανείς λέξεις  που ο συγγραφέας χρησιμοποιεί για πρώτη φορά χωρίς να τις έχει μεστώσει στη γραφή του και χωρίς τη σωστή χρήση ελληνικών και το κατάλληλο υποβαθρο νοήματος. Τότε ναι είναι κουραστικό, αλλοπρόσαλλο και δήθεν. Αλλά όταν γίνεται σωστά, δεν συγκρίνεται με αυτό το πεζό, άνευρο πληκτικό αποτέλεσμα. Η καλή λογοτεχνία έχει πάντα και το ανάλογο ύφος και αυτο δεν το βρίσκω πουθενά στον Μαλανδράκη. Την νουβελα του τη διάβασα δύο φορές (οχι επειδή μου άρεσε, απλώς ερευνώντας την γραφή του σε δύο διαφορετικές φάσεις από την πρώτη ανάγνωση) ήταν τουλάχιστον συμπαγής, κάτι που δεν βλέπω στο συγκεκριμένο βιβλίο. Θα μου φαινόταν, δηλαδή, αδιανόητο να το ξαναδιαβάσω. Πολλά κεφάλαια τελειώνουν εντελώς άγαρμπα, ενώ, η εγγενής αποτυχία του εγχειρήματος διατρανώνεται στην ασυμμετρία μεταξύ των εναλλασσόμενων αφηγήσεων. Ο Χάρης του πριν και ο Χάρης του μετά θα μπορούσαν να υπάρχουν και αυτόνομοι, δεν καταφέρνει ποτέ ο συγγραφέας να κάνει την απαιτούμενη σύνδεση για τον αναγνώστη και να δώσει το κομμάτι εκείνο που θα ένωνε τις δύο αφηγήσεις και θα εξηγούσε, έμμεσα ή άμεσα, τα κίνητρα στον Χάρη για τις πράξεις του. 
Η αρέσκεια του συγγραφέα να μιμείται την φυσικότητα των διαλόγων υπάρχει και σε αυτό το βιβλίο, και πάλι, κατά τη γνώμη μου, δεν προσφέρει τίποτε πέρα από το να εντυπώνει την ρεαλιστικότητα του κειμένου που μπάζει όμως από την έλλειψη βάθους των χαρακτήρων και άρα αναιρείται, καθώς και να μας κάνει να  κριντζάρουμε συναντώντας την αγοραία γλώσσα της καθημερινότητας στη λογοτεχνία. Γιατί να αγοράσω ένα βιβλίο για να μου θυμίζει πόσο χάλια ελληνικά μιλάνε οι γύρω μου; Σε ορισμένες φορές μάλιστα, παρασύρεται και ο αφηγητής του Μαλανδράκη σε αυτό το παιχνίδι, κάτι που δεν θα έπρεπε να συμβαίνει, τουλάχιστον έπρεπε για να είναι επιτυχές να περιορίζεται στους ομιλούντες χαρακτήρες.
 Ναι, ο ρεαλισμός απαιτεί ρεαλισμό, αλλά πού τελειώνει ο ρεαλισμός και πού αρχίζει η απλή, μη λογοτεχνική καταγραφή; Πού τελειώνει η λογοτεχνία και πού ξεκινά το ρεπορτάζ;  
Ο Μαλανδράκης, εκτός των άλλων, χρησιμοποιεί απλόχερα και μια μεγάλη γκάμα κινηματογραφικών κλισέ (σελ 93, ο τρόπος που θρυμματίζεται ξαφνικά το παρμπρίτζ ενώ τα επτά άτομα, περαστικοί και άτομα του συνεργείου, περπατάνε προσεκτικά και αμίλητοι μέσα στην ησυχία. Ο τρόπος που ο Χάρης, το πρώτο πρόσωπο της ταινίας/βιβλίου, κινείται στην βομβαρδισμένη αγορά. Μπορώ να απαριθμήσω ΑΜΕΤΡΗΤΕΣ ταινίες όπου βλέπουμε τον ήρωα να κινείται έτσι σε ένα πεδίο μάχης ή ανάμεσα σε τραυματισμένους), καταλήγοντας να μην περιγράφει τον πόλεμο, αλλά μια πολεμική ταινία, υποβιβάζοντας το βιβλίο σε προσχηματικό και καθόλου υποβλητικό. 
Όσον αφορά το νόημα, δυστυχώς δεν καταφέρνει να συγκινήσει, ενώ παραμένει κάπως αφελές. 
Δεν νομίζω πως ένας άνθρωπος πρέπει να έχει βιώσει τον πόλεμο για να διαβλέπει την κενότητα των ριαλιτι και ανοητων παιχνιδιών της τηλεόρασης. Η κενότητα αυτή είναι που παρέχει ένα καταφύγιο στον Χάρη, αλλά τι μας λέει ο συγγραφέας; Ότι ο σύγχρονος άνθρωπος, που επίσης καταφεύγει στην κενότητα για πληθώρα λόγων, έχει επίσης ένα διαρκές PTSD; Δηλαδή, και ίσως μάλιστα τότε να ηταν επιτυχέστερο εγχείρημα, ο Μαλανδράκης θα μπορούσε να είχε γράψει μόνο την αφήγηση της Αθήνας.  Η εναλλαγή ανάμεσα στη Βοσνία και την ζωή του Χάρη στην Αθήνα μετά από αυτή την εμπειρία είναι ενδιαφέρουσα μέχρι ενός σημείου, το πώς το δηλαδή το υποκείμενο καταλήγει ψυχικά τραυματισμένο, ηττημένο, αλλά από ένα σημείο και μετα η εναλλαγή που επιχειρείται με τα μπρος πίσω κουράζει, γίνεται επαναλαμβανομενη και δεν έχει άλλη χρησιμότητα. Και, η ιστορία του Χάρη δεν καταφέρνει να μιλήσει σε ένα φαινόμενο, δεν μεταφράζεται σε κάποιο συλλογικό βίωμα, γιατί, φυσικά, υπήρξαν επιζώντες πολέμου, που όχι απλώς δεν κρύφτηκαν από το βίωμα, αλλά το νίκησαν μέσα από τα γραπτά τους.  
Από κει και πέρα, ο δυτικούλης ελληνάκος που έπαθε ptsd και μετά αναγκάζεται να το ρίξει στα τηλεπαιχνίδια, στις ανήλικες και στις εφήμερες σχέσεις απλώς δεν πείθει και γίνεται, ορισμένες φορές, γελοίο ως κορμός ιστορίας. Ο Χάρης έχει το προνόμιο να φύγει ανά πάσα στιγμή. Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν βιώσει το Άουσβιτς, που να πάρει η ευχή, και έχουν ανταπεξέλθει. Είναι πολύ εύκολο να καταφύγει ο Μαλανδράκης σε ένα κακογραμμένο τραύμα για να φτιάξει τη μονότονη αυτή ιστορία, αλλά ο χαρακτήρας του Χάρη δυστυχώς παραμένει επίπεδος, μονοδιάστατος και για αυτό ανεπιτυχής. 

Δευτέρα 22 Ιανουαρίου 2024

H μοναξιά του Ενός

 Κατά τη γνώμη μου το βιβλίο δεν είναι υβριδικό, όπως χαρακτηρίστηκε στην παρουσίαση, αλλά κατατάσσεται πολύ ξεκάθαρα στον δοκιμιακό λόγο. Η αφηγηματικότητα μιας υποτυπώδους ιστορίας δεν αναιρεί τον δοκιμιακό χαρακτήρα του, αφού και στη φιλοσοφία υπάρχει πολύ συχνά η αφηγηματική ροή, σχηματικές ιστορίες, μεταφορές διηγήσεων κ.ο.κ.

Το βιβλίο επίσης δεν είναι "δύσκολο", όπως χαρακτηρίστηκε στην παρουσίαση, είναι αρκετά απλό νοηματικά (σε κάποια σημεία απλοϊκό, για τους λόγους που θα αναλύσω) και προσωπικά εύχομαι να το είχα διαβάσει τους θερινούς μήνες, στην παραλία (το σχολιάζω γιατί αναφέρθηκε από τον κ.Μπουκάλα, πως δεν είναι βιβλίο που θα διάβαζε κανείς στην παραλία), μήπως και η ζάλη του ήλιου κατάφερνε ίσως να με κάνει να το δω όντως ως φιλοσοφικό κείμενο και όχι ως μια εργασία του συγγραφέα στα πλαίσια του διδακτορικού του, χωρίς φυσικά να υποστηρίζω πως δεν έκανε καλά που το έγραψε, απλώς, ήδη το ακαδημαϊκό συνήθειο της προσεκτικής βιβλιογράφησης, αφαιρεί την όποια πρωτοτυπία μπορούσε να λάβει το κείμενο και κάνει το βιβλίο μια πολύ μικρή εισαγωγή σε όσα βιβλία αναφέρει. Η χροιά του δυσνόητου που ίσως αφήσει σε κάποιους αναγνώστες, μάλλον θα αφορά την κατά καιρούς περιττή λεξικολογική φόρτωση του κειμένου, καθώς φυσικά και την εξοικείωση του αναγνώστη με τις ιδέες που παρατίθενται. 
Ομολογώ πως βρήκα αρκετούς κοινούς τόπους απόψεων με τις εκπεφρασμένες θέσεις, κάτι που δεν περίμενα. Το γεγονός αυτό οφείλεται μάλλον στο ότι οι θέσεις του συγγραφέα απορρέουν από τα βιβλιογραφούμενα βιβλία των οποίων τις ιδέες σταχυολογεί εντός του δικού του κειμένου. Βεβαίως, και κάποιες σκόρπιες τοποθετήσεις για τα σύγχρονα θέματα των μίντια, των dating apps κ.ά, υπήρξαν σημεία με τα οποία βρήκα σύμπνοια (και άλλα με τα οποία διαφώνησα και θα αναπτύξω στη συνέχεια). Ωστόσο, παρά τις πολλές παραπομπές, το κείμενο μοιάζει αδύνατο να στηριχτεί από μόνο του και σε πολλές περιπτώσεις καταλήγει να σκιαμαχεί με τις ίδιες τις εξαγγελίες του.
 Αν αφαιρέσουμε τα βιβλία με τα οποία επιχειρεί να συνομιλήσει, το νόημα (η άνοιξη προς την κοινωνική συλλογικότητα) στέκει κάπως αδύναμο, κλισέ και, σε κάποια σημεία, ελαφρώς ποπουλιστικό. Οι θέσεις δεν αναπτύσσονται επαρκώς, παρά αναφέρονται μονάχα επιγραμματικά, και αυτό οδηγεί πολλές φορές τις καταγεγραμμένες απόψεις σε μια διαρκή γενίκευση, που σε πολλά σημεία, αν αναλογιστούμε την εμφανώς προνομιούχα θέση  του συγγραφέα (λευκός cis άνδρας από σπίτι με πατέρα επιχειρηματία/συγγραφέα, θείο συγγραφέα, μητέρα γνωστή δημοσιογράφο που έκανε καριέρα στην τηλεόραση, ευκατάστατος, ικανός να πληρώσει τα απαιτούμενα δίδακτρα των σπουδών στο εξωτερικό κλπ [οι πληροφορίες αυτές βρίσκονται στο διαδίκτυο, αλλά τις αναφέρει και ο ίδιος στην παρουσίαση, πως δηλαδή μεγάλωσε σε ένα σπίτι που είχε την ευχέρεια και το έναυσμα της γνώσης καθώς και την διαρκή υποστήριξη των γονιών του]) μοιάζει σαν το ελιτίστικο παράπονο κάποιου που μιλάει εκ του ασφαλούς. 
Σε αρκετές περιπτώσεις μάλιστα, εκεί που ο Ένας δυσφορεί με τις "εξατομικευμένες και καυχησιάρικες μοναδικότητες" μοιάζει σαν ο συγγραφέας να ενοχλείται από τον ατομικισμό, όχι ως απόρροια της καπιταλιστικής αλλοτρίωσης, αλλά στα πλαίσια της υπαρξιστικής ταυτοποίησης που κάθε άτομο έχει το δικαίωμα να αξιώσει για τον εαυτό του. Και φυσικά μοιάζει σαν να αντιτίθεται στην ευτυχή ευχέρεια της πολλαπλότητας των ταυτοτήτων του σήμερα, σε αυτό που ο ίδιος, πιθανόν, να θεωρεί ως μοντερνιστική απόρροια του καπιταλισμού. Δεν μπορεί να μην πάει το μυαλό μου στη ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα, δεν θέλω όμως να επιρρίψω στον συγγραφέα απόψεις που άλλωστε δεν εκφράζει με σαφήνεια, αρα θα επιλέξω να θεωρήσω πως αναφέρει όσα αναφέρει γιατί οι τελεσίδικοι προσδιορισμοί καταλήγουν να χαντακώνουν τις δυνατότητες του Εγώ για ανοίγματα του εαυτού. Εδώ το κείμενο συνομιλεί με τον Χάιντεγκερ, αλλά και, σαφώς, με τον Νίτσε και τους απογόνους του, δηλαδή τον Καζαντζάκη που θεωρώ πως ο συγγραφέας σκόπιμα ακολούθησε στο ύφος (το βιβλίο σε πολλά σημεία θυμίζει την Ασκητική [και αυτό δεν το θεωρώ θετικό]. Μου θύμισε επίσης σε κάποιες ιδέες τον Λύκο της Στέπας, αλλά αυτό απορρέει μάλλον απο τους κοινούς τόπους με το Νίτσε) 
Βρήκα ενδιαφέρουσες κάποιες συσχετίσεις της αρχιτεκτονικής με την φιλοσοφία και τους σχεδιασμούς των κτιρίων ως μερικούς υπαίτιους της αδυναμίας κοινωνικότητας του σύγχρονου κόσμου, ωστόσο κάποιες παραπομπές τις βρήκα άστοχες, για παράδειγμα στη σελίδα 56 ο συγγραφέας μάς μιλάει για τις τσιμεντένιες πόλεις του σήμερα και καταλήγει στην κουλτούρα του ναρκισσισμού του Κρίστοφερ Λας. Περίμενα πως η παραπομπή θα αφορούσε τουλάχιστον στο γνωστό άρθρο του Λας, The modernist myth of the future, όπου μπορεί να γίνει άμεσα η συσχέτιση με την αρχιτεκτονική, και όχι στο συγκεκριμένο βιβλίο. Δεν μου άρεσε πάντως η διαρκής δαιμονοποίηση του μοντέρνου, αυτή η ανάγκη να ταυτολογήσουμε ως "ανήθικο" το μη παραδοσιακό. Καταλήγει αρκετά επιφανειακή προσέγγιση όταν, μέσω αυτών, προσπαθούμε να προσεγγίσουμε το πολυπαραγοντικό θέμα της ανθρώπινης μοναξιάς. 
Στα σημεία που ο συγγραφέας καζαντζακίζει ακατάπαυστα, εκεί που υμνεί τις κρασοκατανύξεις, τις "μυρουδιές", το βιβλίο καταλήγει να καταφεύγει στις ευκολίες του λαϊκισμού. Επίσης, δεν βρήκα καθόλου εύηχους του όρους "κοινωνία της μεζούρας", ούτε μου άρεσε το απλοϊκό σκηνικό του "καπηλειού". Και, δεδομένου πως ο συγγραφέας έχει διδακτορικό φιλοσοφίας στο Κέιμπριτζ, θα περίμενε κανείς να μην παραπέμπει στη βιβλιογραφία του σε σπιριτουαλιστικές κοινοτυπίες τύπου Osho, καθώς, αναπόφευκτα σε αυτά τα σημεία το βιβλίο, εκτός από διαρκή γκρίνια για τα πάντα, καταλήγει να θυμίζει new age βιβλίο αυτοβοήθειας. 
Τέλος, θα περίμενε κανείς, μιας και ο συγγραφέας το σχολιάζει ρητώς, πώς δηλαδή οι άνθρωποι τείνουν να επαναπαύονται σε ταυτότητες, να προσδιορίζονται μέσα από τη δουλειά τους, να διαφημίζονται στα σόσιαλ, να εμπορευματοποιούν την κουλτούρα κ.ο.κ, να ακολουθεί αυτά που λέει και να μην επαναπαύεται στις ταυτότητές του. Σε πολλά σάιτς το βιογραφικό του συγγραφέα καταλάμβανε μεγαλύτερο χώρο από τον σχολιασμό του ίδιου του βιβλίου. Ήταν αυτό αναγκαίο; Θεώρησε άραγε ο συγγραφέας πως το βιβλίο του δεν στέκεται χωρίς την ιδιότητά του ως διδάκτορα; Είναι αρκετά αντιφατικό με το ίδιο το βιβλίο, αν το σκεφτεί κανείς. 
Συνοπτικά: δεν το βρήκα κακό, αλλά ταυτόχρονα δεν το βρήκα και αρκετά δυνατό ως δοκίμιο. Μου άρεσαν κάποιες από τις παρατιθέμενες ιδέες και θεωρώ πως δεν θα χάσει κάποιος αν το διαβάσει. Θα ήθελα να διαβάσω στο μέλλον κι άλλες εργασίες του συγγραφέα, μιας και το συγκεκριμένο είναι πρωτόλειο, ώστε να σχηματίσω επαρκέστερη άποψη. 

Ραδιοκασετόφωνο, Ιάκωβος Ανυφαντάκης

Το Ραδιοκασετόφωνο αποτελεί μια καλοστεκούμενη νουβέλα στην οποία, εκτός των άλλων, καταδεικνύεται και η μεγάλη συγγραφική εξέλιξη του Ανυφα...