Τετάρτη 15 Νοεμβρίου 2023

Φλόρενς Μπλαντ

Το Φλόρενς Μπλαντ, του Ανδρέα Νικολακόπουλου, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος, προβάλλεται αρκετά το τελευταίο διάστημα με αρκετά θετικές κρίσεις υπέρ του. Δυστυχώς όμως, το βιβλίο δεν είναι αριστούργημα, αντιθέτως, για τους λόγους που θα αναλύσω, έχει πολλές αδυναμίες.

Πέραν των κωλυμάτων πλοκής, του κλισέ νοήματος, των ιστορικών ανακριβειών και αρκετών λαθών επιμέλειας, που θα αναλύσω εν συνεχεία, το μεγαλύτερο μειονέκτημα είναι πως το βιβλίο πάσχει πρώτα από όλα υφολογικά, κάτι που γίνεται σαφές ήδη από τις υπερβολικές εκφράσεις του οπισθόφυλλου.

Ο συγγραφέας μοιάζει να μιμείται άτσαλα ένα συνοθύλευμα Λένας Μαντά με φωσκολικό σεναριακό ύφος διανθισμένο με αμέτρητους βομβαρδισμούς επιθέτων και βεβιασμένων δακρύβρεχτων εικόνων που καθιστούν το αποτέλεσμα, επιεικώς γελοίο.
Θα αναφέρω ενδεικτικά μόνο μερικά από τα δεκάδες παραδείγματα του κειμένου καθώς είναι πάρα πολλά¨:
"Χαμένος σε μια εγκεφαλική απροσδιόριστη δίνη, άνοιξε βυθισμένος σε μαύρα σύννεφα την αυλόπορτα, αρνούμενος τις τρομακτικές κραυγές των ενστίκτων του"
"Μα ούτε αυτά στάθηκαν ικανά να ξεπλύνουν την κολλώδη γλίτσα του ξεπεσμού που έριξαν εκείνα τα καθάρματα, οι απαγωγείς των κολασμένων παιδιών χωρίς μέλλον" (συγγνώμη, όχι Λάμψη, περισσότερο θυμίζει μονόλογο του Θεοχάρη από το Καλημέρα Ζωή)
"Απόκοσμη ομορφιά", "λαβύρινθοι αναμνήσεων", "δακρυσμένα ρακένδυτα παιδιά", "απόκοσμη και αναπάντεχη παγωνιά", "άρχισε να στήνεται ένα γαϊτανάκι θανάτου",
"Της έκανε έρωτα στα όρθια πριν ανταλλάξουν εντυπώσεις" (αυτό ήταν απλώς κριντζ και παλιακό), "πήρε μέσα της όλη τη ζωογόνο ορμή του Νέιθαν που έμοιαζε εκείνο το βράδυ με χείμαρρο και ωκεανό μαζί" (okay),
"Το αλιευτικό σκάφος των οικογενειών των κοριτσιών βυθίστηκε τσακισμένο στα βράχια (...) μετά από πολυήμερη ακυβέρνητη περπλάνηση που προκλήθηκε εξαιτίας μιας απόκοσμης [το επίθετο αποκοσμος αναφέρεται αναρίθμητες φορές στο βιβλιο] καταιγίδας και ενός ανελέητου σφυροκοπήματος" (sic)


Αυτά είναι μόνο, το τονίζω, μερικά παραδείγματα, όλο το βιβλίο είναι γραμμένο με αυτόν τον τρόπο. Ποια Δημουλίδου και Λένα Μαντά, ο Ανδρέας Νικολακόπουλος, πισω απο το παραπέτασμα μιας άνευ ουσίας αναλυτικής απαρίθμησης γεωγραφικών προορισμών γράφει το χειρότερο ΒΙΠΕΡ της χρονιάς. Υπερπροσπάθεια, λεκτική βιασύνη, άβολα χτυπήματα με επίθετα, αντιλογοτεχνικές εκφράσεις όπως το προαναφερόμενο "ανελέητο σφυροκόπημα" που παραπέμπει σε πικάντικη ιστορία γραμμένη από ερασιτέχνη για ιστοσελίδα του διαδικτύου.

Όλη αυτή η λεξικολογική υπερφορτωση του κειμένου δεν καταφέρνει να αποδώσει κανένα σταθερό ύφος και χαρακτήρα ούτε να σε βυθίσει σε υποβλητική ατμόσφαιρα, ενώ πολλές φορές τα εκφραστικά μέσα αποδεικνύονται αταίριαστα με όσα περιγράφονται, αφού ο συγγραφέας μας περιγράφει κάτι, υποτίθεται τραγικό, και ξαφνικά κολλάει στα χρώματα και σε ανούσιες περιγραφές κατασκευής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η αφήγηση του φευγιού της Ανέτ, όπου ο συγγραφέας διακόπτει εντελώς αλλοπρόσαλλα το κλίμα τις διήγησης για να μας σχολιάσει τις "καλοδιατηρημένες ξύλινες και δαιδαλώδεις λευκές συνοικίες της πόλης".

 Διαπιστώνεται επίσης μια αφειδώς επαναλαμβανόμενη και παράλογη αφηγηματικά μανία με τα χρώματα.
Ας δούμε ένα μικρό παράδειγμα από τα δεκάδες του βιβλίου:
"Ενα παλιό ξύλινο διώροφο κτίσμα με φθαρμενες φλοραλ ταπετσαρίες, κουβέρτα και ριχταρια θερμής κίτρινης απόχρωσης του κουρκουμά και έπιπλα από καστανια με χρυσες πινελιές στα τελειωματα τους".

Οι επανειλημμένες αλά Μοιραράκη περιγραφές περιττής ακρίβειας για τα χρώματα, δρουν παρακωλυτικά στη διήγηση και δείχνουν την αδυναμία του συγγραφέα να συνθέσει μία σκηνή χωρίς να αναλώνεται σε αυτόν τον άσκοπο μανιερισμό. Στο απόσπασμα που μετέφερα, ο Νικολακόπουλος συνεχίζει επί μιάμιση σελίδα να απαριθμεί χρώματα τα οποία δεν προσφέρουν απολύτως τίποτα ουτε εικονοπλαστικα ούτε περιγραφικά ούτε αφηγηματικα. Είναι απλώς περιττές και κακογραμμένες φλυαριες που έπρεπε να κοπούν. Σε τι ωφελεί τον αναγνωστη η διευκρίνηση πως το σφάλιστρο ήταν "παλαιωμένου ροζ κρέπ χρώματος ";
Τι είναι καταρχάς το "ροζ κρέπ χρωμα;"
Προτιμά, δηλαδή, ο συγγραφέας να αφήσει στην αφάνεια τον χαρακτήρα του για να αφιερώσει, ένα ολόκληρο κεφάλαιο στην εντελώς περιττή περιγραφή του σπιτιού, μαζί με εμμονικές διευκρινίσεις για τις ακριβείς αποχρώσεις αντικειμένων που δεν παίζουν κανένα ρόλο στην πλοκή, αναγκάζοντας τον αναγνώστη να σκοντάφτει στις λέξεις.

 Πέρα από το εκφραστικό πρόβλημα, όμως, ο συγγραφέας υποπέφτει σε λάθη που θα δικαιολογούνταν ίσως σε κάποιον που γράφει πρωτόλειο, σε πρώτο ντραφτ, αλλά δεν δικαιολογούνται σε κάποιον που έχει εκδόσει ήδη δύο βιβλία.
Επαναλήψεις λέξεων στην ίδια περίοδο, επαναλήψεις συνδέσμων, κανένας ρυθμός μεταξύ των προτάσεων, ακόμα και επαναλήψεις ρημάτων, λάθος που, κατά τη γνώμη μου, φανερώνει την λεκτική ένδεια ενός συγγραφέα. ("ο κόσμος ξεπερνούσε τις έξι χιλιάδες. (...) η φήμη της κατηγορούμενης είχε ξεπεράσει τα σύνορα")

  Ας δούμε, για παράδειγμα, ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα, όπου περιγράφεται η στιγμή που ο δήμιος βρίσκει νεκρό τον αγαπημένο του σκύλο. Το επίθετο μικρός αναφέρεται περίπου δέκα φορές σε μόλις λίγες προτάσεις (!) : "άψυχο κορμάκι του μικρού σκύλου", μετά ξανά: "του μικρού συντρόφου", "το μικρό στήθος του", "έριξε στον μικρό λάκκο" , "η μικρή του κουβέρτα", "μικρές πατούσες" . Παράλληλα δε, το χωρίο συνοδεύεται από έναν ρηχό μελοδραματισμό που προσπαθεί ανεπιτυχώς να συγκινήσει ("έριξε στην τρύπα τη ραγισμένη του καρδιά")

 Από πού και ως πού είναι αυτό καλή λογοτεχνία; Δεν είναι καν επαρκής λογοτεχνία, μιλάμε για λάθη που θα έκανε ένας ερασιτέχνης, όχι ένας συγγραφέας που εκδίδει το τρίτο βιβλίο του. Προχειρότητα, ντιλεταντισμός και κακός χειρισμός του λόγου.

 Όσοι βέβαια το βρήκαν αριστούργημα, μάς αναφέρουν ως "επιχειρημα" την ενδελεχή, υποτίθεται, έρευνα του συγγραφέα, επειδή σε όλο το βιβλίο ευρετηριάζει ακατάπαυστα και κουραστικά ονόματα πόλεων χωρίς να καταφέρνει να ταξιδέψει τον αναγνώστη, παρά την προσπάθεια ατυχούς εγκυκλοπαιδικής επίδειξης. Η πλοκή είναι εντελώς φλατ, οι χαρακτήρες ανύπαρκτοι.

Ας δούμε όμως αναλυτικά, τις ιστορικές ανακρίβειες και τους αναχρονισμούς. Ήδη από την αρχή, με την περιγραφή της νοσηλείας του νεαρού Γκωντέν που έχασε το μάτι του, καταλαβαίνουμε πως ο συγγραφέας δεν έχει βαθιά γνώση της εποχής την οποία αφηγείται, αφού μοιάζει να πιστεύει πως η νοσοκομειακή νοσηλεία είναι κάτι αυτονόητο, ως δημόσιο αγαθό, λες και βρισκόμαστε σε μια σύγχρονη Ευρωπαϊκή χώρα. Αντιθέτως, το λογικό ισχύον της εποχής θα ήταν να επισκεπτοταν τον ασθενη ένας ιατρός στο σπίτι, αφού αυτό ήταν το σύνηθες ακόμα και για σοβαρά περιστατικά. Ολα τα υπόλοιπα, οι δυνατότητες περιθαλψης και θεραπειας εξαρτώνταν από το κοινωνικοοικονομικό στάτους του ασθενούς. Ας υποθέσουμε όμως πως ήταν πιθανά όσα περιέγραψε, το να μείνει ο Γκωντέν με το ίδιο χρυσό μάτι, λόγω έλλειψης άλλου χρώματος, είναι αρκετά απίθανο. Ο συγγραφέας αναφέρει ότι λόγω των συχνών συρράξεων τα γυάλινα μάτια είχαν εξαντληθεί, αλλά του διαφεύγει ότι ακριβώς για αυτό το λόγο ο συγκεκριμένος τομέας είχε γνωρίσει πρωτοφανή άνθηση και παραγωγή, άρα δεν υπήρχε λόγος να μείνει ο ήρωας για όλη του τη ζωή με το ίδιο χρυσό μάτι.

 Ύστερα γίνεται με φυσικότητα αναφορά σε κτηνίατρο, προς περιθαλψη του σκύλου του Γκωντέν, λες και ήταν μια υπηρεσία ευκόλως διαθέσιμη στην Ευρώπη.
Κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Εκτός του ότι υπήρχαν ελάχιστα κολλέγια εκπαίδευσης κτηνιάτρων στη Γαλλία, όσοι ασκούσαν το επάγγελμα, ως ερασιτέχνες ή αναγνωρισμένοι από το κράτος κτηνίατροι, ασχολούνταν κυρίως με ζώα φάρμας και όχι με ζώα συντροφιάς, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από εγχειρίδια που κυκλοφορούσαν την εποχή, ώστε να μπορεί ένας ιδιοκτήτης να εφαρμόσει μόνος του στο ζώο την απαραίτητα φροντίδα.

Οι αναχρονισμοί συνεχίζονται και στα χωρία που ο Γκωντέν "είχε ακούσει και μελετήσει τις θεωρίες που έλεγαν πως ο ανθρώπινος εγκέφαλος λειτουργεί μέχρι και τέσσερα δευτερόλεπτα μετά την αποκοπή του κεφαλιού από τον κορμό και πως το νευρικό σύστημα είναι ικανό να πραγματοποιήσει ελάχιστες αυτόνομες εντολές". Φυσικά, αυτό δεν το "μελέτησε ο Γκωντέν" αλλα ο ίδιος ο συγγραφέας σε άρθρα στο διαδίκτυο, γιατί δεν υπήρχε καμία τέτοια πεποίθηση στα τέλη του 19ου αιώνα, όταν η επιστήμη της νευρολογίας ήταν ακόμα στα σπάργανα και δεν ήταν σε καμία περίπτωση πλήρως κατανοητός ο ρόλος και η λειτουργία του νευρικού συστήματος. Συγκεκριμένα, στα τέλη του 19ου αιώνα, δεν ήταν ακόμα ξεκάθαρη ούτε καν η σύσταση του εγκεφάλου, παρά την παράδοση της Ανατομίας, και ο ρόλος του νευρώνων προσδιορίστηκε ξεκάθαρα λιγο αργότερα, απο τον Ραμόν Καχάλ. Βεβαίως ήδη από τον αρχαία Ελλάδα μπορεί κανεις να εντοπίσει εικασίες και συγγράμματα για την εγκεφαλική λειτουργία, αλλά ο Νικολακόπουλος μάς μεταφέρει μια εντελώς ψευδή εικόνα της εποχής και αφήνει να εννοηθεί πως αυτές οι "θεωρίες" ήταν κοινός τόπος για την τοτε επιστημονική κοινότητα. Άλλωστε, η ίδια η διατύπωση περί "τεσσάρων λεπτών" δεν είναι ακριβής ούτε και με τα δεδομένα του σήμερα, αφού έχουν υπάρξει πολλές έρευνες και πειράματα που τοποθετούν τη σχετική συνέχιση της εγκεφαλικής λειτουργίας σε ένα αρκετά ευρύτερο χρονικό πλαίσιο, που όμως δεν είναι σταθερό για όλα τα υποκείμενα, όπως είναι αναμενόμενο, αλλά εξαρτάται περιπτωσιολογικά.


Παρακάτω γίνεται αναφορά σε "νοσοκομείο αφροδίσιων νοσημάτων του Νιούκασλ" , υποδομή που δεν μπόρεσα να εξακριβώσω πως υπήρχε. Άλλωστε η ευαισθητοποίηση για τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα από τις κυβερνήσεις χωρών, έγινε κυρίως μετά τον Α'Παγκόσμιο πόλεμο, λόγω της ευρείας διασποράς τους. Yπήρχαν φυσικά και πριν από εκείνη την εποχή τα επονομαζόμενα "lock hospitals" , όχι στο Νιούκασλ ομως και όχι τοσο για απλούς πολίτες, αλλά κυρίως στρατιώτες. Ετσι το εύρημα της ηρωίδας για να αποφύγει τον βιασμό, ρωτώντας πού βρίσκεται το νοσοκομείο αφροδίσιων νοσημάτων μοιάζει αρκετά εξωπραγματικό.


Προς το τέλος του βιβλιου γίνεται λόγος για ιατροδικαστικά πορίσματα σε χωρία που διαπιστώνονται ανακρίβειες. Συγκεκριμένα, γράφει ο συγγραφεας πως οι ιατροδικαστές "κατάλαβαν αμέσως την αιτία θανάτου όταν διαπίστωσαν σημάδια ασφυξίας και καρδιακής αρρυθμίας στο ακόμα ζεστό σώμα του άντρα".
Nα σημειώσουμε, καταρχάς, πως δεν υπάρχει κανένας τρόπος, ακόμα και σήμερα, να διαπιστωθεί ως αιτία θανάτου κάποια καρδιακή αρρυθμία, εκτός κι αν αποτελεί γνωστό πρόβλημα του θανόντος ή αν είναι συνδεμένος σε καρδιογραφικό μόνιτορ ή φέρει μηχάνημα holter στο στήθος του. Μπορεί να προκύψει επίσης ως πιθανή αιτία θανάτου αν διαπιστωθεί πως υπήρχε στον θανόντα αιματολογικό προφίλ που θα μπορούσε να είχε οδηγήσει σε κάποια αρρυθμία, για παράδειγμα διαταραχές του καλίου ή καποια γενετική προδιάθεση που θα επέφερε ενα απο τα σύνδρομα καρδιακών αρρυθμιών. Αυτά φυσικά αφορούν το σήμερα και συνήθως αναφέρονται σε "πιθανή" αρρυθμία. Αντιθέτως, στα τέλη του 19ου αιώνα και αρχές του 20ού δεν υπήρχε γνώση όλων των τύπων αρρυθμιών
Ήταν βέβαια γνωστή η επίδραση κάποιων ουσιών στον καρδιακό ρυθμό, σε κάθε περίπτωση όμως, στην αφήγηση δεν γίνεται καθόλου νοηματικά ξεκάθαρο, σε κάποιον που έχει τις γνώσεις να διακρίνει την ασάφεια, τι ακριβώς εννοεί ο συγγραφέας ως "καρδιακή αρρυθμία και ασφυξία". Αν μια ουσία προκάλεσε στον θανόντα ασφυξία, τότε η "καρδιακή αρρυθμία", δηλαδή η κολπική μαρμαρυγή που θα προέκυψε, είναι το αποτέλεσμα και όχι η αιτία θανάτου, ιατροδικαστικά. Σε κάθε περίπτωση, δεν θα υπήρχε τρόπος να διακρίνουν οι ιατροδικαστές "τα σημάδια της αρρυθμίας" σε έναν νεκρό. 

Ακόμα όμως και στα χωρία που είναι καθαρά επινοημένα, άρα δεν υπάρχουν λάθη, και βασίζονται κυρίως σε λαϊκούς μύθους και διηγήσεις, όπως στην απαρίθμιση των δηλητηρίων, δεν δίνεται στον αναγνώστη καμία τερπνή αφήγηση, αντιθέτως γίνεται μια στεγνή απαρίθμηση που δεν έχει στοιχεία λογοτεχνικότητας.

Ανευρίσκονται επίσης κάποια άκαιρα αποικιοκρατικής οπτικής χωρία, για παράδειγμα, εκεί που αναφέρεται πως "οι Βρετανοί εκτός από το στρατό και το σύστημα δικαίου πήγαν στην Ασία και τον πολιτισμό και την αρχιτεκτονική τους" , ή λίγο παρακάτω, όπου αναφέρεται αυτή η φρικτή φράση για τους ντόπιους: "είχαν ματιές ανόθευτες και πρωτόγονες, όσο οι ματιές των τίγρεων που είχαν δει στο Λονδίνο χρόνια πριν σε ένα τσίρκο".
Και, ως κερασάκι στην τούρτα, ένα σεξιστικό σχόλιο προς το τέλος, μετά την περιγραφή της έκτρωσης, όπου η Φλόρενς έμεινε "κούφια από καρπό γυναίκα".

Μήπως, τουλάχιστον, σώζεται το βιβλίο, νοηματικά; Όχι. Ο συγγραφέας μοιάζει να μας λέει πως όλα είναι προδιαγεγραμμένα, οι ήρωες που είχαν κακή αρχή έχουν και κακό τέλος, κανένας δεν ξεφεύγει από την "προδιαγεγραμμένη κακή μοίρα του" και άλλες ξεπερασμένες αντιλήψεις.

Συνοπτικά: η αφήγηση είναι ανεπαρκής, δεν είναι υποβλητική, δεν καταφέρνει να μεταδώσει κανένα συναίσθημα ή ενδιαφέρον για τους χαρακτήρες ή την εξέλιξη της ιστορίας και γενικά όλο το σύνολο αποτυγχάνει

Πέμπτη 9 Νοεμβρίου 2023

O Φλωμπέρ στην Ελλάδα

 Η πένα του Φλωμπέρ έχει χαράξει μια βαθιά και αξεπέραστη τομή στην ιστορία της λογοτεχνίας. Πολλοί σημαντικοί λογοτέχνες έχουν υπάρξει πριν και μετά από εκείνον, αλλά κανένας δεν έχει καταφέρει να αφήσει το αντίκτυπο που άφησε ο Φλωμπέρ. Αυτή η εν λόγω χειρουργική τομή όμως (γονος οικογένειας ιατρών γαρ) δεν αφορά μόνο τη λογοτεχνία, αλλά και τον ίδιο τον Φλωμπέρ. Σε επίπεδο προσωπικό, η τομή, κατευθυνόμενη από την ίδια την εσωτερική ανασκόπηση του Φλωμπέρ, κόβει τη ζωή του σε ένα πριν και ένα μετά, το 1844, με την πρώτη "επιληπτική" κρίση. (το βάζω σε εισαγωγικά, γιατί μέχρι και σήμερα, υπάρχουν αμέτρητες υποθέσεις για τη φύση αυτής της κρίσης και γενικά του ιατρικού προβλήματος του Φλωμπέρ). Το περιστατικό αυτό, που οδήγησε σε μια εφόρου ζωής καταπονιτική θεραπεία συνεχών αφαιμάξεων, διαχώρισε τον νεαρό ρομαντικό Φλωμπέρ, από τον ώριμο ρεαλιστή Φλωμπέρ. Διαχώρισε επίσης, τον Φλωμπέρ του κόσμου, τον φέρελπι νέο που σπούδαζε νομική, από τον ασκητή Φλωμπέρ του Κρουασέ, που έντυσε τον εαυτό του με μια νοερή ενδυμασία μοναχού και αφιερώθηκε για το υπόλοιπο της ζωής του, πλην εξαιρέσεων, στη λογοτεχνία, χωρίς να περιμένει τη φήμη. 

Η μεγαλύτερη όμως τομή υπήρξε στον Φλωμπέρ στον τομέα της αισθητικής και κατ'επέκταση υφολογικά. Αυτό μας εξηγεί γλαφυρά και ο Μιχάλης Τσανίκας στο βιβλίο ο Φλωμπέρ στην Ελλάδα, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη. 
Ο Φλωμπέρ, σύμφωνα με τον Τσανίκα, διαφέρει από τους ταξιδιώτες της εποχές του, αφού οι σημειώσεις του, δεν είναι πια οι σημειώσεις ενός ρομαντικού ταξιδιώτη, όπως τον ήθελε η λογοτεχνική παράδοση, αλλά οι σημειώσεις ενός σνομπ. Ο Φλωμπέρ στην Ελλάδα υπήρξε ένας αδιόρθωτος και απολαυστικός σνομπ. Βρίσκει τις γυναίκες άσχημες, τα χωριά πληκτικά, την ελληνική μουσική φρικτή, τον Κανάρη "αστό", τα μνημεία απογοητευτικά. Το όνειρο του οριενταλισμού, που τόσο το είχε εξάρει κατά την πρώτη του νεότητα, στην πραγματοποίησή του, τον βρίσκει παγερά αμέτοχο και εμφανώς απογοητευμένο. Κοιτά τα αρχαιολογικά μνημεία με πλήρη αδιαφορία και προτιμά να περιγράψει το μούχρωμα του ουρανού, το λίκνισμα των γοφών μιας γυναίκας ή ένα κοπάδι γιδιών,, παρά να αφεθεί στις συνήθεις ταξιδιωτικές εξάρσεις στις οποίες περιέπεφταν όλοι οι συνήλικοί του λογοτέχνες. Και το περίεργο, ή μάλλον το αξιοθαύμαστο, είναι πως αυτή η υφολογική επανάσταση, δεν κατάφερε να εκσυγχρονίσει τους πάντες, δεν ήταν ένα κύμα των καιρών το οποίο ο Φλωμπέρ εκμεταλλεύτηκε: ήταν μια επανάσταση που ξεκίνησε από το δωμάτιό του στο Κρουασέ και που μέχρι σήμερα, δεν έχουν καταφέρει όλοι να την κατανοήσουν και να εκσυγχρονιστούν υφολογικά μέσω αυτής.
Διαβάζοντας το βιβλίο, μου ήρθε στο νου, η επίσκεψη του Μίλερ στην Ελλάδα, που αποτυπώθηκε, μεταξύ άλλων, και στο βιβλίο του Ο Κολοσσός του Αμαρουσίου. Ο Μίλερ βλέπουμε ότι πέφτει στην παγίδα της ευκολίας και αφήνεται σε χειμαρώδεις και κακόγουστους μονολόγους για το μεγαλείο των μνημείων. την λατρεία της αρχαιότητας και σε μια ανιστορική και επιφανειακή φλυαρία εγκωμιαστικών λόγων για τα πάντα, από τους απλούς πολίτες που συναντά, μέχρι τον καιρό, το φαγητό, τις μεγάλες προσωπικότητες που συναντά. Ο Φλωμπέρ, δηλαδή καταλήγει πιο σύγχρονος και ουσιαστικός από τον υστερότερο Μίλερ, αφού ο δεύτερος ακολουθεί τον εύκολο δρόμο των ταξιδιωτικών κλισέ, που έχουν πια ξεφτίσει από τη συνεχή επανάληψη και συνεχίζουν να χάνουν ντροπιαστικές κλωστές, ακόμα και στις μέρες μας. 
Όλα αυτά φυσικά ξεδιπλώνονται και στην ίδια την κύρια παραγωγή λογοτεχνίας του Φλωμπέρ και δεν αφορούν μόνο τις ταξιδιωτικές του σημειώσεις. Ο Τσανίκας μας θυμίζει πως ο Φλωμπέρ είναι ένα πνεύμα αντιλογίας, ένας αντίλογος απαξίωσης, αποιεροποίησης και συνεχούς διαφωνίας, ακόμα και με την ίδια τη γλώσσα, αφού αντιπαθούσε επίπονα της κοινότοπες λέξεις και τα εκφραστικά κλισέ, ήδη από τα μικρατά του χρόνια όταν και άρχισε να συνθέτει τα πρώτα "λεξικά" κοινών λεκτικών τόπων. Όλη η στάση του Φλωμπέρ, οι απόψεις του, οι αντιγνωμίες του, οι διαφωνίες του, η περιφρόνησή του, η στοιχισμένη και εύστοχη χολή του για "μεγάλους" ρομαντικούς όπως ο Σατωμπριάν ή ο Ουγκώ, είναι μια ρήξη συνειδητή που αφορά τη λογοτεχνία πέρα από τα χρονικά όρια. Μόνο αποκαθαίροντας τα "ιερά" λογοτεχνικά τέρατα της εποχής του, ο Φλωμπέρ καταφέρνει να χαράξει μια δική του πορεία και να αγγίξει την αιωνιότητα με έναν τρόπο που κανένας άλλος συγκαιρινός του δεν κατάφερε και που μας το θυμίζει κάθε μέρα, αφού ο ο Φλωμπέρ είναι σύγχρονος χωρίς να χρειάζεται κανένας αναλυτής να πασχίσει να αποδείξει τη θέση του στην επικαιρότητα. Φυλλοροεί από τα ίδια τα γραπτά του.
 Φυσικά, ο Φλωμπέρ καταδικάζει ρητώς ακόμα και τον κοινωνικό χώρο μέσα στον οποίο κινούνται οι άλλοι λογοτέχνες προσπαθώντας τόσο ντροπιαστικά να φτιάξουν μια πρόσκαιρη φήμη την οποία ο Φλωμπέρ, ορθώς και δικαιωμένος από την αιωνιότητα, περιφρονεί. 
Κλείνοντας, θέλω να αναφέρω μια μικρή αστοχία του Τσιανίκα, στη σελίδα 120, όπου αναφέρει σε μια υποσημείωση, χωρίς αναφορά πηγής, πως η Λουίζ έγινε ερωμένη του Μαξίμ Ντυ Καμ, κάτι που δεν μπόρεσα να επιβεβαιώσω σε κάποια από τις διαθέσιμες βιογραφικές πηγές της Λουίζ. Το αντίθετο, η Λουίζ φαίνεται να αντιπαθούσε έντονα τον Ντυ Καμ (όπως άλλωστε και ο Φλωμπέρ από ένα σημείο και μετά) 

Πέμπτη 2 Νοεμβρίου 2023

You

 Στη λογοτεχνία παίζει πάντα ρόλο το πώς θα προσεγγίσεις ένα κείμενο, αφού εντός του κουβαλάται ενα πολυεπίπεδο και πολυκειμενικό λεκτικό οικοδόμημα το οποιο καλείται ο αναγνωστης να αποκωδικοποιησει. Το You μπορεί, συνεπως, να διαβαστεί ως θρίλερ πλοκής, μπορεί όμως, ορθότερα, να διαβαστεί ως μια εκτενής και στυγνή κριτική στα ήθη και τις συμπεριφορές της μεταμοντέρνας κοινωνίας, κάνοντας πέρα την συμβαντολογική προσέγγιση.


Όπως ακριβώς και η Λολίτα του Ναμπόκοφ (χωρίς, προφανώς, να συγκρίνω τα δύο βιβλία ποιοτικά μεταξύ τους) το You είναι πρώτα από όλα μια παρωδία και μια εύστοχη σάτιρα του ρομαντικού έρωτα, όπως αποτυπώνεται στα βιβλία και στον κινηματογράφο της νεώτερης περιόδου.

 Και οι δύο αφηγητές, ο Χ.Χ.του Ναμπόκοφ και ο Τζο Γκόλμπεργκ της Κέπνες μάς παρουσιάζουν τους εαυτούς τους ως τα ερωτευμένα υποκείμενα, που πράττουν όσα πράττουν λόγω του έρωτά τους. 

Όπως ο Ναμπόκοφ παρωδεί τον ρομαντικισμό, η Κέπνες παρωδεί την παράδοση των ρομαντικών κομεντί με τον "nice guy" ήρωα που κάνει τις "ρομαντικές χειρονομίες" για να κερδίσει την αγαπημένη του. Σαν τον Ρωμαίο στήνεται κάτω από το παραθύρι της και σαν ιππότης αφήνει μια σειρά από πτώματα στο πέρασμά της. Ο Τζο είναι ένας ναρκισσιστής και κατά συρροή δολοφόνος, αλλά κυρίως ειναι ένας κατά συρροή μονογαμικός -όπως χαρακτηρίζεται στο τέταρτο βιβλίο- με το χαρακτηριστικό του ναρκισσισμού του να ατονεί μέσα στον ωκεανό παθολογίας που έχει διαμορφώσει στην συμπεριφορά μας η κουλτούρα του σήμερα. 

Συναντάμε λοιπον όλα τα θέματα του American Phycho: το διεστραμμένο υποκείμενο δρα σε μια διεστραμμένη κοινωνία, διαστρεβλωμένη από τον καπιταλισμό και σπαρμένη με ναρκισσισμό, εγωπάθεια, επιφανειακότητα και ηλιθιότητα.

H διαφορά του Τζο Γκόλμπεγκ με τον Πάτρικ Μπέιτμαν είναι πως ο πρώτος δεν ιδεολογικοποιεί και εξιδανικεύει τα υλικά αγαθά, αντίθετα, επικρίνει τις τετριμμένες φιλοδοξίες των υπολοίπων και φαντάζει, στα μάτια του αναγνώστη, ως ο μοναδικός αγνός σε έναν διεφθαρμένο κόσμο. Ο Τζο κυνηγάει τον έρωτα, με έναν τρόπο που η pop culture έχει αποθεώσει: το νεαρό αρσενικό στου οποίου τον πόθο όλα οφείλουν να υποκύψουν. Και αυτό ακριβώς σατυρίζει η συγγραφέας.

Ο Τζο, παρόλο που σκοτώνει γυναίκες, είναι πράγματι φεμινιστής, λέει όσα πρέπει να πει και συμπορεύεται αρμονικά με όλα τα πιστεύω της σύγχρονης κοινωνίας. Δεν είναι μισογύνης, δεν είναι ομοφοβικός και φροντίζει να παρουσιάζει τον εαυτό του ως έναν dreamy λευκό ιππότη που λέει πάντα τα σωστά πράγματα και δεν κάνει τίποτε κακό, πέρα από το να διαπράττει μερικούς φόνους στον ελεύθερό του χρόνο και μάλιστα με ηθικά κίνητρα, όπως τουλάχιστον τα παρουσιάζει ο ίδιος. 

Κατ'εμέ προσεγγίζονται πολλαπλά θέματα για τα οποία ο αναγνώστης καλείται να στοχαστεί. Για παράδειγμα, τι μπορεί να θεωρείται stalking την εποχή των social media όταν ο καθένας μετατρέπει τον εαυτό του σε μια ανοιχτή πλατφόρμα όπου οικειοθελώς, στο βωμό του σοσιαλ μίντια καπιταλισμού πλατφορμών τεράστιου οικονομικού βεληνεκούς, προβάλλει κάθε προσωπική του λεπτομέρεια καθιστώντας τον εαυτό του ως προϊόν; 

Από εδώ ξεκινάει και ο καυστικός σχολιασμός των σόσιαλ μίντια και των περσόνων που συναντάμε σε αυτά, καθώς και των διαμορφωμένων σχέσεων στην κοινωνικη μας πραγματικοτητα, δηλαδή, σε μια μεταμοντέρνα κοινωνία πνιγμένη στην κουλτούρα του ναρκισσισμού, όπως την περιέγραψε και ο Κρίστοφερ Λας στο ομώνυμο βιβλίο του. 

Στο τέταρτο βιβλίο ειδικότερα σατυριζονται σχεδόν τα παντα: οι goodreads "κριτικοί ", η υποκειμενικοτητα των απόψεων για τα βιβλια, η επιφανειακότητα της βιομηχανίας του βιβλίου σε όλη την αλυσίδα του, από τους εκδότες και τους συγγραφείς μέχρι τους αναγνώστες. Όλα πασχουν, κατά τη συγγραφέα, με ναρκισσισμο. Ο αναγνώστης δεν αρκείται, όπως παρατηρει ο Τζο στην πνευματική εγγύτητα που του προσφέρει ένα κείμενο μέσω της ανάγνωσης αλλά σπεύδει να το προσθέσει στο goodreads , να το διαφημίσει ως προσόν του εαυτό του.

Πέρα από όλα αυτά βέβαια, τα βιβλία παραμένουν στον πυρήνα τους ψυχαγωγικά. Διαβάζοντάς τα θα πιασετε τον εαυτο σας να πλαθει τις δικες του You αφηγησεις, σε στυλ Τζο Γκόλμπεργκ σε άσχετες στιγμες της καθημερινότητας σας. Όταν, μαλιστα, είχε πρωτοβγεί το You, μια φίλη μου είχε σπεύσει να μου το προτείνει λέγοντας πως της θυμιζω τον χαρακτήρα. Φυσικά (και πριν καλέσετε τις αρχές) αναφερόταν στην βιβλιοφιλία του πρωταγωνιστή. Αυτό το στοιχείο αποτελεί ειδοποιό χαρακτηριστικό των βιβλίων και κατ'επέκταση της τηλεοπτικής σειράς και θα το απολαύσουν οι βιβλιοφιλοι αναγνωστες. Στη σειρά βέβαια βλέπουμε έναν ελαφρώς διαφορετικό χαρακτήρα: ο Τζο των βιβλίων δεν πασχίζει να μας δείξει πως είναι καλός, δεν βοηθάει κάποιο ορφανό κακοποιημένο παιδί, καθώς αυτοί οι χαρακτήρες απαντούν μόνο στο σήριαλ.
Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως η εν λόγω βιβλιοφιλια, ειδικα στο τεταρτο βιβλιο, δεν μένει στην επιφάνεια του aesthetic και της καπιταλιστικότητας της αγοράς των βιβλίων μέσω πλατφορμών όπως το Ίνσταγκραμ, αλλά ασκεί συστηματική -και σκληρή- κριτική στο πώς οι βιβλιοφιλοι προσεγγιζουν τα βιβλία, ενω στο τέταρτο βιβλίο έχει και πληθώρα καυστικών σχολίων για την εκδοτική βιομηχανία, τον ναρκισσιμο των συγγραφέων, την αστυνομική λογοτεχνία και γενικά την βιβλιοφιλικη κουλτούρα. 

Για την ελληνική μεταφράση δεν μπορώ να κάνω κάποιο σχόλιο γιατί έχω διαβάσει όλα τα μέχρι σήμερα εκδοθέντα βιβλία στο πρωτότυπο, αλλά στο μέλλον σίγουρα θα ρίξω μια ματιά και στις ελληνικές εκδόσεις, καθώς πρόκειται για κείμενο με πολλές διακειμενικές και pop culture αναφορές και αναρωτιέμαι αν έχει μεταφερθεί επιτυχώς αυτό το χαρακτηριστικό στη μετάφραση

Ραδιοκασετόφωνο, Ιάκωβος Ανυφαντάκης

Το Ραδιοκασετόφωνο αποτελεί μια καλοστεκούμενη νουβέλα στην οποία, εκτός των άλλων, καταδεικνύεται και η μεγάλη συγγραφική εξέλιξη του Ανυφα...