Το Έμφυτο Ελάττωμα (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2011) αποτελει πρώτα από όλα μια συνειδητή απομίμηση του νουάρ, χρησιμοποιώντας παρωδιακά πολλά χαρακτηριστικά πλοκής και αφήγησης των αστυνομικών μυθιστορημάτων. Αυτό φυσικά δεν καταργεί το ότι αποτελεί, παρόλα αυτά, ένα αστυνομικό βιβλίο που πότε παίρνει τον εαυτό του στα σοβαρά, πότε όχι. Αυτή η αμφισημία ειναι που εντελει πληττει αρκετα το συνολο του μυθιστορηματος αφου ο αναγνωστης βρισκεται ερμαιο των προσληψεων χωρις να υπαρχει μια ξεκαθαρη χροιά απο τον ιδιο το συγγραφεα.
Το βιβλίο δεν αφορά, όπως πολλοί γράφουν, την δεκαετία του 60', όσο αυτή εκτυλίσσεται. Είναι μια ελεγεία σε κάτι που έχει ήδη τελειώσει, σε μια εποχή αθωότητας που έχει ανεπιστρεπτί παρέλθει. Αυτό το βλέπουμε από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου, όπου η Σάστα συμβολοποιείται ενσαρκώνοντας αυτό ακριβώς το παιδικό και χαμένο παρελθόν: Does it ever end, he wondered. Of course it does. It did.
H Σάστα ενσαρκώνει επίσης και κάθε ρομαντική υπόνοια που μπορεί να υπάρξει σε αυτό το βιβλίο, αλλά και κάθε υπόκωφο πόθο του πρωταγωνιστή, που χωρίς εκείνη, χωρίς να υφίσταται μαζί της στην ελευθεριακή εποχή της δεκαετίας του 60', έχει απωλέσει την αυθεντικότητα των πράξεων, της ύπαρξής του, ακόμα και της σεξουαλικότητάς του.
Μέσα σε όλη την φασαρία των ναρκωτικών, των μαφιόζων και των πυροβολισμών, ξεπηδά αυτός ακριβώς ο φόβος: ο Ντοκ φοβάται πως κάποτε όλα αυτά θα παρέλθουν, πως η δεκαετία του 60', αυτό το μαστουρωμένο όνειρο, θα τελειώσει. Όπως μας πληροφορεί βέβαια εμμέσως από τις πρώτες σελίδες, έχει ήδη τελειώσει. Και ο επίλογος του βιβλίου το επιβεβαιώνει. Έτσι το βιβλίο τοποθετείται μνημιακά στα μέσα του 1970 εντος μιας κατάστασης και ενός zeitgeist που έχει πια παρασοβαρέψει και που οδηγείται πλέον κάπου αλλού.
Κατά τη γνώμη μου το Inherent Vice έχει άμεση σχέση και προοικονομεί το αμέσως επόμενο βιβλίο του Πύντσον, δηλαδή το Bleeding edge.
Ειδικά οι τελευταίες σελίδες του βιβλίου (και εκπλήσσομαι που δεν το αναλυουν επίσημοι σχολιαστές του Πύντσον) αποτελούν άμεση αναφορά στην έλευση της ψηφιακής εποχής που εξερευνάται στο Bleeding Edge.
Το Λος Άντζελες μοιαζει η ιδανικη τοπογραφια για την εξερευνηση των θεματων της παρακμης. Απο την μία ειναι ο τοπος της επαγγελίας του Αμερικανικού Ονείρου, από την άλλη όμως είναι και το κολαστήριο της διάψευσης.
Το L.A του Πύντσον βεβαια δεν είναι η αθώα, ανοιχτή και αχανής γοητευτική κοιλάδα που βλέπουμε στον Φάντε και σε άλλους "angelenos" των αρχών του 20ου αιωνα, όταν η πόλη άρχισε να πρωταγωνιστει σε μυθιστορηματα, αλλά μία σχηματισμένη πολιτεία που έχει ήδη διαφθαρεί. Όλοι όσοι, στη διάρκεια της μεγάλης οικονομικής ύφεσης, μετοίκησαν στην κοιλάδα για μια καλύτερη τύχη, έχουν πλέον ριζώσει στην ιδιότροπη, ανέμελη και συνάμα ανελέητη εγκληματικότητά της.
Η πολιτεία του Inherent Vice είναι λοιπον ένα μερος επιφανειακό, λαμπερό και συναμα κατι βρωμικο και διεφθαρμένο, χαρακτηριστικά που αντικατοπτρίζονται και στην μυθιστορηματική του σκηνογραφια: μας αφηνει να περιηγηθουμε στις φτωχές γειτονιές και στα βρώμικα φαγάδικα, στις επαύλεις και στα ύποπτα γυαλινα πανοπτικά όπου στεγάζεται το διεφθαρμένο σύστημα. Μας φερνει δηλαδη συνεχως αντιμετωπους με αντιθέσεις, που εντέλει καταλήγουν να αφορούν το ίδιο ακριβώς πράγμα, ένα μείγμα δυσδιακριτο και υποπτο που τελικα αφανίζει το ίδιο τα συστατικά του και εξατμίζεται δυσοίωνα στην ομιχλώδη ανατολή μιας νεας εποχης.
Σχόλια για την εγκληματικοτητα και τον ρατσισμό είναι παροντα έμμεσα ή άμεσα σε όλο το βιβλίο. Η σύλληψη του Μάνσον οχι μονο δεν παταξε την εγκληματικοτητα και το φοβο, αλλα ενετεινε το κλίμα παράνοιας και υποψιων, ενώ εγινε και αφορμή για παραβιάσεις της ελευθερίας των πολιτών με συνεχείς ελέγχους.
Ύστερα, βλέπουμε παντού ναρκωτικά: ηρωΐνη, χόρτο, κόκκα. Τα ναρκωτικά αποτελούν τον πραγματικό χάρτη της πόλης, μέρη που βρίσκεις και που δεν βρίσκεις, περίοδοι που είσαι ευτυχισμένος στις ψευδαισθήσεις της σκόνης και άλλες που είσαι δυστυχισμένος σε μια πραγματικότητα που δυσκολεύεσαι να πιστέψεις.
Το Λος Άντζελες καταληγει ετσι να ειναι ταυτόχρονα φαντασιακό, απείκασμα των ψευδαισθήσεων της πρέζας, αλλά και υπαρκτό, με το όριο μεταξύ των δύο να λιώνει κάτω από τον καυτό ήλιο της κοιλάδας. Η ομίχλη ως θέμα και σκηνικό μέρος της αφήγησης επανέρχεται αμέτρητες φορές και δίνει το ξεκάθαρο στίγμα της απαισιοδοξίας που, μετά το πανηγύρι, οδηγείται στον ρεαλισμό του τέλους.
Η πραγματικότητα και η ψευδαίσθηση συγχέονται σε όλο το μυθιστόρημα, ενώ υπάρχουν στιγμές που ο ηρωας και συνεπώς και ο αναγνώστης δεν είναι σιγουροι για το αν τα όσα εκτυλίσσονται είναι η πραγματικότητα ή κάποια σκοτεινή και χρονοβόρα παραίσθηση.
Η αφήγηση διεπεται από νοσταλγία, ωστόσο το χαρακτηριστικό του βιβλίου είναι ο ζωντανός διάλογος. Αυτό δεν είναι απαραίτητα θετικό αφού σε πολλά σημεία καταλήγει σχεδόν αντιλογοτεχνικό και αφοσιώνεται, μάλλον συνειδητά, σε μια κινηματογραφική αναπαράσταση (δεν είναι τυχαίο που το βιβλίο λίγα χρόνια μετά την έκδοσή του έγινε ταινία)
Ωστοσο, παρόλη την πυκνότητα των διαλόγων, την βαρύτητα των μιμιδιακών φράσεων και τις πληθωρικές αναφορες σε ιστορικα γεγονότα και καλτ περιστατικά της ποπ κουλτούρας που μας μεταφέρει ο Πύντσον, το βιβλίο παραμένει αναποφάσιστο ως προς τον χαρακτηρα του.
Σε μία σελίδα θα συναντήσουμε όμορφες και ατμοσφαιρικές αποφάνσεις όπως αυτή:
"Εχει ξανασυμβεί αυτό, να σκοτώνει κάποιος έναν άνθρωπο που πηδάει ή που αγαπάει, οι ψυχίατροι, οι σύμβουλοι και οι δικηγόροι δεν μπορούν να κάνουν και πολλά πράγματα, απομακρύνεσαι από τις λεωφόρους και βρίσκεσαι πάλι σε τόπους αφιλόξενους όπου αυτοί οι άνθρωποι που πάντα σου λένε πώς να φερθείς δεν έχουν πλέον καμία δικαιοδοσία, και όλη η Νότια Καλιφόρνια, είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο, ανήκει στους κακούς",
οι οποιες σε βάζουν βαθια μέσα στο κλίμα της απεγνωσμένης διαφθοράς και της ηθικής κατάπτωσης, και μετά η ατμόσφαιρα θα ελαφρύνει απότομα με κάποιο σεξουαλικό αστείο.
Αυτό δεν αφήνει τον αναγνώστη να λάβει μια ξεκάθαρη εικόνα για τις προθέσεις του Πύντσον κατι που πλήττει σε αρκετές περιπτωσεις την σοβαρότητα της πλοκης.
Η πλοκή, συγκεκριμένα, παρότι μοιάζει από την μία δουλεμενενη απο την αλλη χαώδης και παρόλο που αποτελει βασικό στοιχείο της αφήγησης, εντέλει αποδεικνύεται ότι μικρή σημασία έχει. Όλα φαίνεται να αποτελούν ένα ζαλιστικό πρόσχημα για να μας ξεναγήσει ο πυντσονικός αφηγητής (που αφήνεται σε πολλά σημεία να εννοηθεί πως είναι κάποιος μάρτυρας των περιστατικών από τον κύκλο του Ντοκ) σε μια συγκεκριμένη πολη και έναν συγκεκριμένο χρόνο που φαίνεται να θεωρούνται ως κομβικό χωροχρονικό σημείο από τον ίδιο τον Πύντσον.
Φυσικα υπαρχει παντα και η δυνατότητα να μην ασχοληθει καποιος με την πλοκη αλλα να αντιμετωπίσει το βιβλιο ως την επιτυχημένη και λεπτομερη αναπαράσταση μιας εποχής. Κατά αυτον τον τροπο, όμως, το μυθιστόρημα καταφέρνει να γινει περισσότερο ένα, παραδόξως, πιστό, σχεδόν φωτογραφικό απόσπασμα χρονου, παρά μια γοητευτική λογοτεχνική αφήγηση.
Όσον αφορά τη μετάφραση, δυστυχώς δεν είναι ιδιαίτερα προσεκτική, χωρίς να επιθυμώ να θίξω γενικά την μεταφραστικη δεινότητα του κ. Γιώργου Κυριαζή που έχει κάνει τη μετάφραση.
Για παράδειγμα, το unsold pilots μεταφράζεται ως "απούλητοι οδηγοί σειρών" κάτι που φυσικά είναι εντελώς αδόκιμο στην ελληνική γλώσσα. Εκτός του ότι η έννοια "πιλοτικός" χρησιμοποιείται και στα ελληνικά, άρα η μετάφραση θα μπορούσε να είχε γίνει πολύ πιο ομαλά, το "οδηγοί σειρών" για την έννοια του δοκιμαστικού επεισοδίου δεν βγάζει νόημα στην ελληνική γλώσσα. Θα ήταν προτιμότερο δηλαδή να έμενε ακόμα και αμετάφραστο.
Επίσης, το polaroid μεταφράζεται ως... στιγμιαίες φωτογραφίες. Το polaroid είναι καταρχάς brand name που έχει εξελιχθεί σε λέξη της καθομιλουμενης και δεν θα ήταν καθόλου αφύσικο να το κρατήσει αμετάφραστο αφού χρησιμοποιείται αρκετά κατανοητά και από Έλληνες ομιλητές. Θα ήταν δηλαδή σαν να αποφάσιζε να μεταφράσει την κόκα κόλα ως..."ανθρακούχο αφέψημα".Στη συνέχεια, σε όλο το βιβλίο ο Πύντσον επαναλαμβάνει το whatever και το groovy ως ιδιόλεκτο και όχι τοσο ως μεταφράσιμες λέξεις με σημαινόμενο εντός των προτάσεων. Ειναι δηλαδη λεξεις που οι ηρωες λενε ξανα και ξανα, ως χαρακτηριστικο της ομιλιας τους. Το groovy στον Κυριαζή μεταφράζεται ευκαιριακά ανάλογα με τα σημαινόμενα (το πιο πετυχημένο απο τις επιλογες ηταν το φινα, αλλα δυστυχως δεν το κρατησε, εστω, σταθερο σε ολο το βιβλιο), κάτι που εξαφανίζει εντελώς την συγκεκριμένη λέξη ως επωδό στους διαλογους ενώ το whatever μεταφράζεται ως "και τα λοιπά".
Κατά τη γνώμη μου το whatever είναι που έπρεπε να μεταφράζεται ευκαιριακά ανάλογα με τα σημαινόμενα και τον ομιλητή, αφού σε αρκετές περιπτώσεις είχε τον χαρακτήρα του "τελος πάντων", ενώ το εμμονικα χρησιμοποιουμενο "και τα λοιπά" αφήνει στον Έλληνα αναγνώστη την λανθασμενη υποψία πως ο ομιλητής εννοεί μια υπολειπόμενη σειριακή απαρίθμηση που δεν κατανομάζει, κάτι που δεν είναι ακριβές νοηματικά. Αυτό δεν είναι καθόλου αμελητέο σε ένα βιλίο που στηρίζεται στην ιδιόλεκτο για να στήσει την ατμόσφαιρά του.
Ένα ακόμα σημείο που θέλω να αναφέρω, είναι ένα πολύ όμορφο απόσπασμα στο πρωτότυπο: "She grew unflirtatious, almost somber. Her beauty deepening somehow".
Εδώ, δηλαδή, περιγράφεται η απώλεια της αρχικης ζωηρότητας με τον ερχομό μιας ξαφνικής μελαγχολίας που, παραδόξως, κάνει το πρόσωπό της, να γίνει πιο όμορφο μέσω της θλίψης. Το deepening λοιπόν έχει πολυ ξεκαθαρα την έννοια της έντασης, με συνώνυμα το vivid, το intense και κυρίως το penetrating. Η ομορφιά της έγινε, παραδόξως, πιο ελκυστική, αναδειχτηκε λόγω της ξαφνικής σοβαρότητας. Αυτό λοιπόν το πολύ όμορφο χωρίο το μεταφράζει ο κ. Κυριαζής λανθασμένα, ως εξής: "Εκείνη έχασε κάθε τσαχπινιά κι έγινε σχεδόν μελαγχολική. Η ομορφιά της σκοτείνιασε"
Ο μεταφραστής φαίνεται αγνοεί τελείως το αντιθετικό somehow και μεταφράζει για άγνωστο λόγο το deepening ως σκοτείνιασμα, κάτι που πλήττει όλη την πυνστονική σκηνή και τις λεπτές αποχρώσεις που παίρνει η έκφραση της ηρωίδας στα μάτια του Ντοκ.
Θα πρότενα, εν κατακλείδι, να επιλεξει κάποιος, αν έχει την σχετική ευχέρεια, να διαβάσει το κείμενο στο πρωτότυπο, αφού έτσι κι αλλιώς, πρακτικά, μεγάλο μέρος των αναφορών του Πύντσον, δεν μπορούν να μεταφραστούν επακριβώς στην ελληνική.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου