Κατά τη γνώμη μου το βιβλίο δεν είναι υβριδικό, όπως χαρακτηρίστηκε στην παρουσίαση, αλλά κατατάσσεται πολύ ξεκάθαρα στον δοκιμιακό λόγο. Η αφηγηματικότητα μιας υποτυπώδους ιστορίας δεν αναιρεί τον δοκιμιακό χαρακτήρα του, αφού και στη φιλοσοφία υπάρχει πολύ συχνά η αφηγηματική ροή, σχηματικές ιστορίες, μεταφορές διηγήσεων κ.ο.κ.
Το βιβλίο επίσης δεν είναι "δύσκολο", όπως χαρακτηρίστηκε στην παρουσίαση, είναι αρκετά απλό νοηματικά (σε κάποια σημεία απλοϊκό, για τους λόγους που θα αναλύσω) και προσωπικά εύχομαι να το είχα διαβάσει τους θερινούς μήνες, στην παραλία (το σχολιάζω γιατί αναφέρθηκε από τον κ.Μπουκάλα, πως δεν είναι βιβλίο που θα διάβαζε κανείς στην παραλία), μήπως και η ζάλη του ήλιου κατάφερνε ίσως να με κάνει να το δω όντως ως φιλοσοφικό κείμενο και όχι ως μια εργασία του συγγραφέα στα πλαίσια του διδακτορικού του, χωρίς φυσικά να υποστηρίζω πως δεν έκανε καλά που το έγραψε, απλώς, ήδη το ακαδημαϊκό συνήθειο της προσεκτικής βιβλιογράφησης, αφαιρεί την όποια πρωτοτυπία μπορούσε να λάβει το κείμενο και κάνει το βιβλίο μια πολύ μικρή εισαγωγή σε όσα βιβλία αναφέρει. Η χροιά του δυσνόητου που ίσως αφήσει σε κάποιους αναγνώστες, μάλλον θα αφορά την κατά καιρούς περιττή λεξικολογική φόρτωση του κειμένου, καθώς φυσικά και την εξοικείωση του αναγνώστη με τις ιδέες που παρατίθενται.
Ομολογώ πως βρήκα αρκετούς κοινούς τόπους απόψεων με τις εκπεφρασμένες θέσεις, κάτι που δεν περίμενα. Το γεγονός αυτό οφείλεται μάλλον στο ότι οι θέσεις του συγγραφέα απορρέουν από τα βιβλιογραφούμενα βιβλία των οποίων τις ιδέες σταχυολογεί εντός του δικού του κειμένου. Βεβαίως, και κάποιες σκόρπιες τοποθετήσεις για τα σύγχρονα θέματα των μίντια, των dating apps κ.ά, υπήρξαν σημεία με τα οποία βρήκα σύμπνοια (και άλλα με τα οποία διαφώνησα και θα αναπτύξω στη συνέχεια). Ωστόσο, παρά τις πολλές παραπομπές, το κείμενο μοιάζει αδύνατο να στηριχτεί από μόνο του και σε πολλές περιπτώσεις καταλήγει να σκιαμαχεί με τις ίδιες τις εξαγγελίες του.
Αν αφαιρέσουμε τα βιβλία με τα οποία επιχειρεί να συνομιλήσει, το νόημα (η άνοιξη προς την κοινωνική συλλογικότητα) στέκει κάπως αδύναμο, κλισέ και, σε κάποια σημεία, ελαφρώς ποπουλιστικό. Οι θέσεις δεν αναπτύσσονται επαρκώς, παρά αναφέρονται μονάχα επιγραμματικά, και αυτό οδηγεί πολλές φορές τις καταγεγραμμένες απόψεις σε μια διαρκή γενίκευση, που σε πολλά σημεία, αν αναλογιστούμε την εμφανώς προνομιούχα θέση του συγγραφέα (λευκός cis άνδρας από σπίτι με πατέρα επιχειρηματία/συγγραφέα, θείο συγγραφέα, μητέρα γνωστή δημοσιογράφο που έκανε καριέρα στην τηλεόραση, ευκατάστατος, ικανός να πληρώσει τα απαιτούμενα δίδακτρα των σπουδών στο εξωτερικό κλπ [οι πληροφορίες αυτές βρίσκονται στο διαδίκτυο, αλλά τις αναφέρει και ο ίδιος στην παρουσίαση, πως δηλαδή μεγάλωσε σε ένα σπίτι που είχε την ευχέρεια και το έναυσμα της γνώσης καθώς και την διαρκή υποστήριξη των γονιών του]) μοιάζει σαν το ελιτίστικο παράπονο κάποιου που μιλάει εκ του ασφαλούς.
Σε αρκετές περιπτώσεις μάλιστα, εκεί που ο Ένας δυσφορεί με τις "εξατομικευμένες και καυχησιάρικες μοναδικότητες" μοιάζει σαν ο συγγραφέας να ενοχλείται από τον ατομικισμό, όχι ως απόρροια της καπιταλιστικής αλλοτρίωσης, αλλά στα πλαίσια της υπαρξιστικής ταυτοποίησης που κάθε άτομο έχει το δικαίωμα να αξιώσει για τον εαυτό του. Και φυσικά μοιάζει σαν να αντιτίθεται στην ευτυχή ευχέρεια της πολλαπλότητας των ταυτοτήτων του σήμερα, σε αυτό που ο ίδιος, πιθανόν, να θεωρεί ως μοντερνιστική απόρροια του καπιταλισμού. Δεν μπορεί να μην πάει το μυαλό μου στη ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα, δεν θέλω όμως να επιρρίψω στον συγγραφέα απόψεις που άλλωστε δεν εκφράζει με σαφήνεια, αρα θα επιλέξω να θεωρήσω πως αναφέρει όσα αναφέρει γιατί οι τελεσίδικοι προσδιορισμοί καταλήγουν να χαντακώνουν τις δυνατότητες του Εγώ για ανοίγματα του εαυτού. Εδώ το κείμενο συνομιλεί με τον Χάιντεγκερ, αλλά και, σαφώς, με τον Νίτσε και τους απογόνους του, δηλαδή τον Καζαντζάκη που θεωρώ πως ο συγγραφέας σκόπιμα ακολούθησε στο ύφος (το βιβλίο σε πολλά σημεία θυμίζει την Ασκητική [και αυτό δεν το θεωρώ θετικό]. Μου θύμισε επίσης σε κάποιες ιδέες τον Λύκο της Στέπας, αλλά αυτό απορρέει μάλλον απο τους κοινούς τόπους με το Νίτσε)
Βρήκα ενδιαφέρουσες κάποιες συσχετίσεις της αρχιτεκτονικής με την φιλοσοφία και τους σχεδιασμούς των κτιρίων ως μερικούς υπαίτιους της αδυναμίας κοινωνικότητας του σύγχρονου κόσμου, ωστόσο κάποιες παραπομπές τις βρήκα άστοχες, για παράδειγμα στη σελίδα 56 ο συγγραφέας μάς μιλάει για τις τσιμεντένιες πόλεις του σήμερα και καταλήγει στην κουλτούρα του ναρκισσισμού του Κρίστοφερ Λας. Περίμενα πως η παραπομπή θα αφορούσε τουλάχιστον στο γνωστό άρθρο του Λας, The modernist myth of the future, όπου μπορεί να γίνει άμεσα η συσχέτιση με την αρχιτεκτονική, και όχι στο συγκεκριμένο βιβλίο. Δεν μου άρεσε πάντως η διαρκής δαιμονοποίηση του μοντέρνου, αυτή η ανάγκη να ταυτολογήσουμε ως "ανήθικο" το μη παραδοσιακό. Καταλήγει αρκετά επιφανειακή προσέγγιση όταν, μέσω αυτών, προσπαθούμε να προσεγγίσουμε το πολυπαραγοντικό θέμα της ανθρώπινης μοναξιάς.
Στα σημεία που ο συγγραφέας καζαντζακίζει ακατάπαυστα, εκεί που υμνεί τις κρασοκατανύξεις, τις "μυρουδιές", το βιβλίο καταλήγει να καταφεύγει στις ευκολίες του λαϊκισμού. Επίσης, δεν βρήκα καθόλου εύηχους του όρους "κοινωνία της μεζούρας", ούτε μου άρεσε το απλοϊκό σκηνικό του "καπηλειού". Και, δεδομένου πως ο συγγραφέας έχει διδακτορικό φιλοσοφίας στο Κέιμπριτζ, θα περίμενε κανείς να μην παραπέμπει στη βιβλιογραφία του σε σπιριτουαλιστικές κοινοτυπίες τύπου Osho, καθώς, αναπόφευκτα σε αυτά τα σημεία το βιβλίο, εκτός από διαρκή γκρίνια για τα πάντα, καταλήγει να θυμίζει new age βιβλίο αυτοβοήθειας.
Τέλος, θα περίμενε κανείς, μιας και ο συγγραφέας το σχολιάζει ρητώς, πώς δηλαδή οι άνθρωποι τείνουν να επαναπαύονται σε ταυτότητες, να προσδιορίζονται μέσα από τη δουλειά τους, να διαφημίζονται στα σόσιαλ, να εμπορευματοποιούν την κουλτούρα κ.ο.κ, να ακολουθεί αυτά που λέει και να μην επαναπαύεται στις ταυτότητές του. Σε πολλά σάιτς το βιογραφικό του συγγραφέα καταλάμβανε μεγαλύτερο χώρο από τον σχολιασμό του ίδιου του βιβλίου. Ήταν αυτό αναγκαίο; Θεώρησε άραγε ο συγγραφέας πως το βιβλίο του δεν στέκεται χωρίς την ιδιότητά του ως διδάκτορα; Είναι αρκετά αντιφατικό με το ίδιο το βιβλίο, αν το σκεφτεί κανείς.
Συνοπτικά: δεν το βρήκα κακό, αλλά ταυτόχρονα δεν το βρήκα και αρκετά δυνατό ως δοκίμιο. Μου άρεσαν κάποιες από τις παρατιθέμενες ιδέες και θεωρώ πως δεν θα χάσει κάποιος αν το διαβάσει. Θα ήθελα να διαβάσω στο μέλλον κι άλλες εργασίες του συγγραφέα, μιας και το συγκεκριμένο είναι πρωτόλειο, ώστε να σχηματίσω επαρκέστερη άποψη.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου